Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Μια συνέντευξη του Δημήτρη Σωτάκη



- Κυκλοφορήσατε το πρώτο σας βιβλίο σε ηλικία μόλις 24 ετών. Μιλήστε μας για την βιωματική σας σχέση με τη λογοτεχνία και τα ερεθίσματα που σας ώθησαν να εκφραστείτε μέσω του γραπτού λόγου.
Ο γραπτός λόγος είναι τελικά για μένα μια συνειδητή επιλογή να ελιχθώ στο πλαίσιο που καθορίζει η μοναξιά, η επιθυμητή απομόνωση. Η συγγραφή ενός λογοτεχνικού κειμένου αποτελεί μια απόδειξη της δημιουργίας ενός μικρόκοσμου μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δηλαδή αντικατοπτρίζει τη δική μου ματιά όταν στέκομαι απέναντι από τους ανθρώπους, ίσως μακριά, σε απόσταση απ? αυτούς.

- Έχετε πολλάκις χαρακτηριστεί ως συγγραφέας του φανταστικού. Πόσο ευδιάκριτα είναι, κατά τη γνώμη σας, τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα;
Η πραγματικότητα δεν έχει μεγάλη σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου. Συνήθως ένα ρεαλιστικό τοπίο, μια γήινη ζωή που κυλάει με μια ορισμένη κανονικότητα, κοπιάρει κωδικούς, τρόπους, συμπεριφορές, σχηματίζοντας στο τέλος ένα προκατασκευασμένο τοπίο. Η φαντασία απ? την άλλη ακυρώνει αυτή την πραγματικότητα, εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες της. Η φαντασία εμπεριέχει την επιθυμία, το όνειρο, την δραπέτευση από το αυτονόητο, άρα πρόκειται για μια ηδονική, μια απολαυστική διανοητική κατάσταση. Τα όρια είναι σαφή.

- Αρέσκεστε στη χρήση αλληγοριών στα λογοτεχνικά σας έργα. Εξηγήστε μας τους λόγους που επιλέγετε, μέσω της αλληγορικής οδού, να υπαινίσσεστε όψεις της καθημερινής μας ζωής, προβληματίζοντας τους αναγνώστες σας.
Ποτέ δε με έλκυε το χειροπιαστό, η ευθεία πλοκή, η καθαρή χαρτογράφηση μιας ιστορίας. Αυτό που αιωρείται, που αφήνεται μετέωρο είναι πάντα το στοιχείο που με γοητεύει. Η πλοκή στα βιβλία μου είναι απλώς ένα άλλοθι, ένα όχημα για να ειπωθεί αυτό που πρέπει να ειπωθεί, η εξιστόρηση, ακόμη και οι προσωπικότητες των ηρώων είναι μια εύκαμπτη παράμετρος της δουλειάς μου, εκείνο που με αφορά είναι να γίνει αντιληπτή η προδιάθεση που είχα ξεκινώντας τη συγγραφή, το στίγμα.

- Νιώθετε απόλυτα ελεύθερος κατά τη συγγραφή των έργων σας ή μήπως υπάρχουν φορές που αισθάνεστε ότι παρεισφρύουν στο κείμενο, παρά τη θέλησή σας, επιρροές από προγενέστερα αναγνώσματά σας;
Ποτέ δεν είμαστε ελεύθεροι. Δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν γράφω, αλλά και όταν ζω τη ζωή μου κάθε μέρα. Στα βιβλία μου δεν παρεισφρύουν αναγκαστικά επιρροές από προγενέστερα αναγνώσματα, αλλά κάθε στοιχείο που βιώνω καθημερινά, αυτό το ανόμοιο ψηφιδωτό που βιώνουμε όλοι μας. Αλλά αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας που η συγγραφή ενός βιβλίου είναι ουσιαστικά το αποτέλεσμα αυτού του ψηφιδωτού, η συνέπεια του πώς φιλτράρει κανείς αυτό που ζει.

- Η συγγραφή ως διαδικασία για εσάς είναι θέμα έμπνευσης ή ωραρίου; Γράφετε άτακτα και μόνο όταν μέσα σας υπερχειλίζει η ανάγκη ή ακολουθείται πιστό καθημερινό πρόγραμμα προσήλωσης στο πληκτρολόγιο;
Γράφω όταν έχω μια ιδέα, την οποία μπορώ να υποστηρίξω γράφοντας. Η λογοτεχνία- με κανέναν τρόπο- δεν αποτελεί για μένα ψυχοθεραπεία, αντίθετα την αντιλαμβάνομαι ως μία απολαυστική αγγαρεία, έναν τρόπο να ακυρώνεις το αυτονόητο με έναν έξυπνο και ευεργετικό τρόπο. Δεν γράφω ποτέ με ωράριο.

- Έχετε σήμερα απαντήσει στο ερώτημα αν η συγγραφή για εσάς αποτελεί επιλογή ή ανάγκη; Υπάρχει κάποιο άλλο επάγγελμα που πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να κάνετε;
Είναι, χωρίς δεύτερη σκέψη, επιλογή. Η ανάγκη που προκύπτει, ακριβώς δαμάζεται και καταλαγιάζει με τη διαδικασία της συγγραφής. Θα μπορούσα, αν ήμουν πιο θαρραλέος, πιο ελεύθερος, να ικανοποιώ αυτή την ανάγκη ουρλιάζοντας στους δρόμους ή κάνοντας πειράματα με το ανθρώπινο είδος. Θα μπορούσα να ήμουν χορευτής στα μπαλέτα Μπολσόι με εντυπωσιακή καριέρα, ναι, αυτό θα έκανα.


sotakis1- Στο τελευταίο μυθιστόρημά σας «Το θαύμα της αναπνοής» ο κεντρικός ήρωας «στενο-χωρείται» από τον αυξανόμενο, λόγω της οικονομικής ευμάρειας, όγκο των άχρηστων αντικειμένων που του προκαλούν σταδιακά ασφυξία. Τι συμβολίζουν τα άχρηστα αντικείμενα που συλλέγουμε και ποια βαθύτερη ανάγκη των ανθρώπων ικανοποιεί μια τέτοια σωρευτική συμπεριφορά;
Η συλλογή αντικειμένων φαντάζει στα μάτια μου μια ανόητη διαδικασία. Η σωρευτική συμπεριφορά δεν είναι τίποτα άλλο από μια νοσταλγική διάθεση, μια φθηνή ανασφάλεια ενός ανθρώπου. Ωστόσο, όταν κανείς στενο-χωρείται, όταν παύει να είναι ευέλικτος, αντιδρά, ακόμη και παθητικά, και αυτή η αντίδραση είναι εκπληκτικά ενδιαφέρουσα για έναν παρατηρητή. Ένας άνθρωπος στα όριά του, πιεσμένος, πραγματικό ζώο, αυτό έχει σημασία.

- Σε μια πρόσφατη συνέντευξή σας δηλώσατε ότι τα θέματα που κυρίως σας απασχολούν είναι «η τακτοποίηση  της ζωής ενός ανθρώπου, η τάξη που προσπαθούμε να βάλουμε σε αυτό το χάος και ποιος είναι ο τελικός προορισμός αυτής της θολής μας πορείας». Θεωρείτε ότι η επιλογή μιας τέτοιας θεματολογίας αποτελεί απότοκο του τρόπου με τον οποίο προσλαμβάνετε, ως συγγραφέας, τη σύγχρονη και μόνο πραγματικότητα, ή πιστεύετε ότι η θεματολογία αυτή είναι διαχρονική και αφορά τον άνθρωπο οποιασδήποτε εποχής που βιώνει υπαρξιακό αδιέξοδο, έχοντας απωλέσει τον προσανατολισμό του;
Η τακτοποίηση του χάους που επικρατεί στην ανθρώπινη ψυχή είναι ένα αιώνιο ζητούμενο. Ο προσανατολισμός είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να χαθεί, διότι δεν υπάρχει φυσικά προκαθορισμένος και προδιαγεγραμμένος προσανατολισμός. Η θεματολογία μου αντλείται από τις ανησυχίες μου για όσα μπορώ να δω.

- Στην ίδια συνέντευξη έχετε ευθαρσώς καταθέσει ότι ασχολείστε και ανησυχείτε συνεχώς για τον εαυτό σας. Σας φοβίζει ή σας δελεάζει η σκέψη ότι ένας συγγραφέας που παραδέχεται δημόσια κάτι τέτοιο, θα πρέπει με μεγαλύτερο κόπο να πείσει στη συνέχεια ότι το έργο του έχει να πει πράγματα που ενδιαφέρουν εκτός από τον ίδιο και τους αναγνώστες;
Δεν μπορείς να πεις στους αναγνώστες τίποτε πέρα από όσα απασχολούν τον εαυτό σου. Όσα με ανησυχούν, ανησυχούν με κάθε τρόπο και τους υπόλοιπους, μιας που βρίσκομαι στον ίδιον φυσικό και διανοητικό τόπο με τους αναγνώστες. Δεν έχω πρόθεση να καταβάλλω κόπο.

- Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία και γενικότερα η τέχνη μπορεί να συγκροτήσει μια εναλλακτική πρόταση σκέψης και δράσης, απευθυνόμενη στον άνθρωπο που βιώνει μια συγκεχυμένη εξωτερική και εσωτερική πραγματικότητα σήμερα;
Σε καμία περίπτωση. Η λογοτεχνία περισσότερο δημιουργεί, παρά λύνει προβλήματα και βέβαια δεν είναι τρόπος σκέψης. Επίσης δεν είναι δράση. Σίγουρα σε βουλιάζει ακόμη περισσότερο στην απελπισία σου. Σε μια εξαιρετική ωστόσο απελπισία.

- Πως σχολιάζετε τη μαζικά εκφραζόμενη - ιδίως τα τελευταία χρόνια - επιθυμία πολλών ανθρώπων να συγγράψουν και κυρίως να εκδώσουν κάποιο έργο τους;
Είναι μια μεγάλη μπούρδα. Να σταματήσουν κάθε τέτοια προσπάθεια και να ασχοληθούν με το εμπόριο.

- Είστε ένας από τους νέους συγγραφείς που διατηρούν μια ενημερωμένη διαδικτυακή ιστοσελίδα, καθώς και λογαριασμό στο facebook. Πιστεύετε ότι το μέλλον της λογοτεχνίας βρίσκεται στα ηλεκτρονικά βιβλία ή οι αναγνώστες θα παραμείνουν εραστές της μυρωδιάς του χαρτιού;
Δεν πιστεύω στο μέλλον των ηλεκτρονικών βιβλίων. Το χαρτί έχει μυρωδιά, ατμόσφαιρα, ερωτισμό και χαρά, απέναντι στο ανοργασμικό ηλεκτρονικό μέσο. Σίγουρα το βιβλίο, σε φυσική μορφή, θα παραμείνει ως έχει. 

Aναδημοσίευση : αρχική  πηγή  : www.artmag.gr

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ : ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

Το  ερέθισμα  μου  το  έδωσε  ο  εκλεκτός  φίλος , δημιουργός και  κριτικός  Κώστας  Τσιαχρής : Να  ανακαλύψω  την  Καίτη  Βασιλάκου . Διάβασα   τον  κύκλο  διηγημάτων  της "Οι  πόρτες"  και  ενθουσιάστηκα . Ανέκαθεν  ήμουν  λάτρης  του   διηγήματος και  του  μυθιστορήματος  επιστημονικής  φαντασίας [παραγνωρισμένο  είδος  στη  χώρα  μας ]  και  είχα  έρθει  σε επαφή  με  έργα  των  Γιώργου  Ξενάριου , Σωτάκη   Δημήτρη , Ασωνίτη  Αλέξανδρου . Ωστόσο  εδώ  έχουμε  να  κάνουμε  με  μία  γυναίκα  που  κινείται  σ' αυτό  το  χώρο  , μια  γυναίκα  ευφυέστατη , με   μεγάλη   διεισδυτική ικανότητα   και  μ'έναν  λόγο  που  ,όπως  λέει  ο  Κώστας  Τσιαχρής ,  "ξεφεύγει  από  τη λογοτεχνία  του  σούπερ μάρκετ"  στην  οποία  δυστυχώς  ενδίδουν  όλο  και  περισσότεροι  συγγραφείς , κυρίως  γυναίκες . Η  συλλογή  διηγημάτων "Οι  πόρτες"  είναι  πραγματικά  συναρπαστική   και  κάθε  ιστορία   κρατά  αμείωτο  το  ενδιαφέρον  του  αναγνώστη  και   τον  κάνει  να  προβληματιστεί  πάνω  στις  πολλές  πτυχές  της  πραγματικότητας [αν  υπάρχει  τέτοιο ] .Κι  αυτό  είναι  το  παιχνίδι  της   Καίτης Βασιλάκου , να  ανατρέπει  τα  δεδομένα  και  να  προσδίδει  καινούργιο  πρόσωπο   σε   σχεδόν   καθημερινά  πράγματα . Είναι  πραγματικά   θαυμάσιο  να  υπάρχει  μια  γενιά  νέων  λογοτεχνών  που  ξεφεύγουν  από  τα  τετριμμένα  και   προχωρούν  τόσο  μπροστά  . Ανυπομονώ  να  διαβάσω  και  τα άλλα  δύο  βιβλία  της "Οι  περιπέτειες  του  ερημίτη Χάρτμουτ  Λιμπέργκερ"  και  "Ο  τέταρτος κλώνος" [διαβάστε  κριτική  του  Κώστα  Τσιαχρή   στο  Βήμα [www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=437568 ]. Ανακαλύψτε την  κι  εσείς .
Γιάννης  Ανταίος 

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

MERCURY PRIZE NOMINATIONS 2011

Αυτά  είναι  τα δώδεκα  άλμπουμς  που  προτάθηκαν   για  το  Mercury  Prize   2011 :
  • Adele - 21
  • Anna Calvi - Anna Calvi
  • Elbow - Build A Rocket Boys!
  • Everything Everything - Man Alive
  • Ghostpoet - Peanut Butter Blues and Melancholy Jam
  • Gwilym Simcock - Good Days At Schloss Elmau
  • James Blake - James Blake
  • Katy B - On A Mission
  • King Creosote & Jon Hopkins - Diamond Mine
  • Metronomy - The English Riviera
  • PJ Harvey - Let England Shake
  • Tinie Tempah - Disc-Overy   

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

FUCKED UP "David comes to life"

     Toronto's fucked up possess quite a few barriers to entry. There's the fitting yet unfit-for-print name, for starters. Then there are the band's chaotic live shows, during which gargantuan frontman Damian Abraham -- imagine the Neverending Story's Rockbiter, 
only beardier -- often bonks his noggin till it bleeds. Finally, there's the music itself, a hardcore punk-indebted slurry of grunt-gargling vocals, serrated feedback squalls, and densely packed lyrics that cover everything from police brutality to metaphysical phenomena. It makes for great workout music, provided your workout consists of jogging through 
a quarry while on mescaline.
The band's maximalistic approach means that even the most ostensibly straightforward task -- writing a collection of songs about love -- becomes a huge undertaking, as evidenced by David Comes to Life, Fucked Up's third studio album and first kinda-sorta musical. An 18-song bildungsroman that runs nearly 80 minutes, David is alarmingly caustic, disarmingly graceful, and loaded with all sorts of unnecessary lyrical twists and fake-outs. It's one 
of the most overly complicated hard-rock records 
of the past ten years. It's also one of the best.
     The tale of a glum factory drone who may or may not have killed his soul mate, David rarely makes a lick of sense; the characters are too thinly drawn, and the escape-hatch plot-reveals too cynically gimmicky, while the story line requires 
a novella's worth of liner notes to comprehend 
(a series of accompanying seven-inches may flesh 
out the characters, though that feels a bit like a cheat). As a cohesive musical statement, it's a mess. The only way this thing will play on Broadway is if someone blasts it out of an unmarked van parked in Times Square.
     But David's core themes -- romantic self-defeat, misplaced deification -- are so resonant and sturdy that the songs stand on their own. And holy moly, those songs! Fucked Up, or more specifically, founding member and lead guitarist Mike Haliechuk, layer track upon track until they achieve a sort of black-hole density. Haliechuk and fellow guitarist Ben Cook send power chords swooping and soaring like a giant's scythe; Jonah Falco's drums kick with rat-a-tat urgency; and Abraham's roar rises high and rings clear, aided by backing vocalists Jennifer Castle and Madeline Follin of Cults.
    That David is so immediately enthralling isn't exactly a shock; the band's 2008 breakthrough, The Chemistry of Common Life, revealed a combative crew increasingly at ease with melody. And now, Fucked Up stretches well beyond their get-in-the-pit predecessors, with the album veering off from any semblance of hardcore doctrine, incorporating Unforgettable Fire-style, crystalline guitar wails ("The Other Shoe") and even touches of art-damaged '80s 
indie rock ("A Slanted Tone" sounds like an Athens, Georgia college-basement experiment gone wonderfully awry).
      That such moments orbit a nebulously structured narrative doesn't really matter -- 
a leaner, more logical band wouldn't be anywhere near as interesting; and besides, David's epochal enough as it as. For years, numerous hacks -- yours truly included -- have been tossing around the phrase "post-hardcore" with little care, diluting an already amorphous term by throwing it at any group with speedy time signatures and a few effects pedals. Fucked Up, though, have finally provided a proper definition, with a sound that pushes hardcore out of the VFW halls and basement shows and into the arena. 
Can't wait to see how their name looks 
on the marquee.
[Review  from  the  Spin magazine]

"Mια φορά κι έναν καιρό ήταν η Ευρώπη" του Κώστα Τσιαχρή

      Ακόμη  κι ένας  καλοπροαίρετος  και μετριοπαθής   παρατηρητής  των  πραγμάτων   θα άρχιζε να   ανησυχεί   για   τη  φωτιά     που   απειλεί    να      αποτεφρώσει    μια  για  πάντα   το     Ευρωπαϊκό   όραμα   , έχοντας   για  σπινθήρα    την κρίση   χρέους  των χωρών   του     Νότου . Οι  ευγενικές    επιδιώξεις  ,  τα   ανθρωπιστικά   ιδεώδη   και  οι   αισιόδοξες   διακηρύξεις   των  πρωτεργατών   της   ενοποίησης    κινδυνεύουν   να  ξεπέσουν  σε ρητορικά   τεχνάσματα  , που  συγκαλύπτουν    την αέναη  επιθυμία    του  ισχυρότερου  να  εφευρίσκει   τον καταλληλότερο κάθε φορά  τρόπο , για  να  θωρακίζει  και  να   πολλαπλασιάζει   τα  υπάρχοντά  του .Αποδείχτηκε  μάλιστα    ότι   η  οικονομία   είναι  ο νευραλγικός  εκείνος  τομέας   ο οποίος   καθορίζει   το  πολιτικό μέλλον  των πάσης  φύσεων  συνασπισμών   κι ότι στην περίπτωση  της   Ευρωζώνης   δεν ακολουθήθηκαν   όλα  τα απαραίτητα  βήματα  που δεν θα  επέτρεπαν  στον  οικονομικό παράγοντα  να παρασύρει   και  να εκμηδενίσει   το  ιδεολογικό  υπόβαθρο   της   ενωμένης  Ευρώπης .  Κι  εδώ  αρχίζει    κανείς  να   προβληματίζεται  για  το   τι   απέγινε    μέσα   στα  σπλάχνα   της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης   εκείνη  η περίφημη  διακήρυξη   του  Αμερικανού  προέδρου   Wilson  για   την αυτοδιάθεση  των  λαών .
    Πριν  απαντήσουμε  σ’ αυτό   , ας  δούμε  κάτι   παράδοξο  .Αυτό  που πραγματικά   προξενεί  απορία   στο  εγχείρημα   της  Ευρώπης   είναι  η απόπειρα   να  συνυπάρξουν  κάτω από  τη στέγη  ενός  κοινού  πολιτικού  μορφώματος   εντελώς  διαφορετικές  εθνότητες  , χωρίς  όμως  να   καλλιεργηθεί  προηγουμένως  συστηματικά   η  ιδέα   της  κοινής  πολιτισμικής  καταγωγής  ,ώστε  να τραφούν    μ’ αυτήν   τα  φρονήματα    όλων   των  Ευρωπαίων . Έτσι , ο  Έλληνας  ποτέ  δεν έπαψε  να αισθάνεται   Έλληνας  και  ο   Ολλανδός  Ολλανδός . Θα  αντιτάξει  βέβαια κάποιος  ότι  οι    ιδεολογικές   αλλαγές     απαιτούν  μεγαλύτερα  περιθώρια  χρόνου  , για να   συντελεστούν . Το μυαλό   του   ανθρώπου   είναι   κατά   κανόνα   συντηρητικό   και  οι ανακατατάξεις   το τρομάζουν   . Συμφωνώ  αλλά  το παράδοξο  παραμένει . Η  βεβιασμένη  μεταμόρφωση   της   Ευρώπης   σε  ομοσπονδιακή  κρατική  οντότητα  χωλαίνει  αρχικά  ως προς το   σημείο  της   ιδεολογικής  απόστασης     μεταξύ   των   λαών  της .
    Μειονεκτεί  επιπλέον   και  στο  επίπεδο   της σύγκλισης  του βιοτικού επιπέδου  μεταξύ   των  διαφορετικών  εθνοτήτων  .Δεν  μπορεί   δηλαδή να προωθηθεί   η  ιδέα  της ομοσπονδίας     μέσα  σε ένα  περιβάλλον ανισοτήτων   , χωρίς   την  εφαρμογή  μιας  ενιαίας  οικονομικής  πολιτικής  που  θα  εξισορροπεί   , μέσα  σε  ένα   εύλογο αλλά σύντομο   χρονικό   διάστημα  , τα  οικονομικά  μεγέθη    των   περιοχών   που  θα  ενταχθούν  σ’ αυτήν  .  Κάτι  τέτοιο    δεν έχει  συμβεί  μέχρι  στιγμής   στην  Ευρωπαϊκή   Ένωση  , αν και έχει  διαβεί   αρκετός   χρόνος  από  τη  σύστασή  της .   Οφείλουμε  βέβαια  να παραδεχτούμε  ότι  δεν είναι   εύκολο   εκείνος  που  απολαμβάνει  ένα   ψηλό   βιοτικό  επίπεδο  να  θελήσει  να κάνει  παραχωρήσεις   και   να  φορολογηθεί  ασφυκτικά  , προκειμένου  να πετύχει  ένα  τέτοιο πείραμα .  Αντίστοιχα  , όμως,   δεν είναι   εύκολο   κι  εκείνος  του οποίου  το επίπεδο  διαβίωσης  είναι   και   παραμένει   χαμηλό  ,  να   πεισθεί   για  την αναγκαιότητα   του   ίδιου  πειράματος  και  να μην αναπτύσσει  εθνικιστικά   αντανακλαστικά . Η  επιλογή  του  να  επιδιώκεται    η σύγκλιση   σε όλα  τα άλλα  επίπεδα   εκτός    αυτού  της εισοδηματικής    πολιτικής   μοιάζει  με  ένα  καλομαγειρεμένο  φαγητό  χωρίς  αλάτι . 
     Και  για να επιστρέψουμε   στο  ζήτημα  της αυτοδιάθεσης ,   είναι   απολύτως εύλογο  ότι  από τη  στιγμή  που μία χώρα  εντάσσεται   σε   έναν   ευρύτερο   σχηματισμό , να εκχωρεί  ένα  μέρος   από   την  αυτονομία  της   στο  όνομα  των  κοινών επιδιώξεων   και    της χάραξης   μιας   παράλληλης   στρατηγικής   για  την αντιμετώπιση   σημαντικών   προβλημάτων . Με  μία  όμως   προϋπόθεση   : ότι  μία  τέτοια  επιλογή   αντισταθμίζεται   από   κάποια  πλεονεκτήματα  στους περισσότερους τομείς   της  εσωτερικής  πολιτικής   ζωής , και  κυρίως   στα δημοσιονομικά  ζητήματα [χωρίς   φυσικά  να  απαξιώνω   τη δυναμική   που έχουν  και  τα  κοινωνικά  και   πολιτισμικά  αγαθά   στο   σύστημα  των  αξιών  ενός  λαού ] .Όσο  ένας   λαός  , παρά  το  γεγονός  ότι   ελέγχεται  με υπόγειο  τρόπο ,  ευημερεί    μέσα   στα  πλαίσια   μιας   πολιτικής  ή   οικονομικής    Ένωσης  , τότε   όλα  εξελίσσονται  ομαλά   και   η αντίδραση   για   τον  περιορισμό της απόλυτης[αν  υφίσταται   κάτι  τέτοιο]    ανεξαρτησίας  του  είναι  αμελητέα . Όταν  όμως διαπιστώνει   ότι   η καθημερινότητά   του   γίνεται  περισσότερο  φορτική   και   ότι   η απώλεια  της   εθνικής  κυριαρχίας   δεν έχει  κανένα  αντίκρισμα    για   τον ίδιο  και το  μέλλον του ,  είναι  αναπόφευκτο   να   διασαλεύεται  μέσα  στο μυαλό  του  η αναγκαιότητα   της  παραμονής   του  λαού   του   σ’  αυτό  το  ιδιότυπο  καθεστώς  ομηρίας  .
   Ας  ζυγίσουν  επομένως   υπεύθυνα  οι  εγκέφαλοι   της  Ευρωπαϊκής   Ένωσης  τι είναι   αυτό   που   θα θέσουν  ως προτεραιότητα  στο αμέσως επόμενο χρονικό  διάστημα, αν   θέλουν  πραγματικά    να   αποφύγουν  τους τριγμούς    στο   οικοδόμημα  που   σχεδίασαν  : επιθυμούν  μία  Ευρώπη   με  έναν  ομοσπονδιακό  μανδύα   αλλά  με  έναν  πυρήνα   ανισοτήτων    ή  μία   Ευρώπη  που   θα  τιμά  το πολιτισμικό  της υπόβαθρο  και   δεν θα δίνει   στους πολίτες  των  λιγότερο αναπτυγμένων  περιοχών  της    την αίσθηση  ότι  υποτάσσονται   σε μία απρόσωπη  μηχανή εξουσίας   κι ότι  έτσι   ταπεινώνεται   η εθνική   τους  υπερηφάνεια ; Η  σημερινή  βέβαια  κρίση  μπορεί  να είναι  απλώς το  μεταβατικό εκείνο   στάδιο  που  θα  ταρακουνήσει  τους  ηγέτες   και  θα  τους  δώσει  τη λαβή  να   εργαστούν αποφασιστικά   για   τη  δημιουργία   ενός άλλου  μοντέλου   διακυβέρνησης   της    Ευρώπης . Το   ουσιώδες  , ωστόσο  , είναι   να  μη χαθεί  πολύτιμος  χρόνος  στην αναζήτηση  της  κατάλληλης  θεραπείας      , γιατί   μέχρι  τότε   θα έχει  αποβιώσει  στη  συνείδηση   των  πολιτών   η   νοσούσα   Ευρωπαϊκή  ταυτότητα . Και  οι επόμενες  γενιές   θα  έχουν  να διηγούνται  ένα   παραμύθι  με θλιβερό  τέλος .


Τσιαχρής  Κώστας  
15/7/2011


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

ALEX TURNER Submarine

It’s impossible to not love the transparency of Alex Turner. When Arctic Monkeys’ Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not exploded into the world, a large amount of focus was on Turner. For once, it was possible to listen to contemporary rock music, and not have to interpret every lyric for what it might have meant. Turner was blatant, almost playing the role of an observational Jerry Seinfeld of Sheffield. By being crass enough to admit that there was “only music so that there’s new ringtones,” amongst a plethora of other brilliant lines, Arctic Monkeys were easy to consume, and because of Turner, they were also insightful.As we’ve seen Arctic Monkeys grow, the transparency may have explicitly have deteriorated in some people’s minds, with Turner abandoning his great sense of youthful insight for something more mystic and personal. Where it was once easy to think it was possible to identify Turner through his lyrics, the focus has been centralised to his song writing ability. A simply thoughtful lyric can captivate the mind, but it seems as though the shift is now coming through emotion evoking music.
With three Monkeys albums under his belt, and an admirably adventurous dive into the Scott Walker and Leonard Cohen influenced world of the Last Shadow Puppets, it is obvious that Turner is constantly progressing as a song writer in a positive light. He has more depth, more knowledge, and most importantly, more confidence. While Submarine is the accompanying soundtrack to Richard Ayoade’s coming-of-age film, it’s almost better to merely see this as a solo Alex Turner EP. While purists might argue that a soundtrack has to match its film, in this case, I personally feel there is an exception, as Ayoade didn’t even allow Turner to see Submarine before and during the composition of the five and a bit songs.
“Stuck On The Puzzle” (including an extended introduction) and “Piledriver Waltz” are the most straightforward tracks. However, by being straightforward, they should not be dismissed in any way. These are perhaps some of the most stunningly beautiful songs that Turner has ever composed under any moniker. “Piledriver Waltz” (which is said to appear in a more finite form on the upcoming Arctic Monkeys’ upcoming Suck It and See), is a simple affair, but it’s Alex’s inherent knack for melody that conveys a great sense of sincerity and emotion. This is the same established craft that made “Cornerstone” so perfect. Almost crooning, he establishes the scene for a forlorn love making reservations at the metaphorical Heartbreak Hotel, where both waitresses and the food itself are purely miserable. “Stuck On The Puzzle” finds Turner in an unfamiliar situation, his voice humbly sinking over a lone piano, drum and bass. While it’s unfamiliar, it certainly feels comfortable; something which can be attributed to his undeniably improvement as a vocalist. Where once Alex Turner was a feasible mumbler, excused by a lyrical prowess and the charm of his northern accent, he is now an efficient singer, capable of using his voice to carry a song.It’s this voice that makes it now possible for Turner to complete a large majority of these songs acoustically. “It’s hard to get around the wind” is another gem that can sit at the mantle of Turner’s best songs, drawing similarities between the line to Heaven to that of a nightclub. Sometimes these lyrics are a bit stifling and confusing to place in context, but once more, these songs become something more due to Turner’s impeccable vocal melodies. It’s almost difficult to describe, and admittedly, as a music reviewer, one should be ashamed to admit that, but as silly as it sounds, it’s hard to not want to live in the worlds that Turner manifests through song.One of the most redeeming qualities that an artist and composer can possess these days is a sense of dynamic progression. Many great artists were like this, and Turner is definitely making his way there. As soon as people think they have Alex Turner figured out, he’s already leaps and bounds beyond what ever impressive precedent he has established. This may not mean a lot to some, but it’s impossible to deny that it’s not endearing.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

FLEET FOXES Helplessness blues

Fleet Foxes' unpretentious, crowd-pleasing directness was the key to their rapid rise. Their Sun Giant EP and self-titled debut LP, both released in 2008, brimmed with inviting melodies, evocative lyrics, and open-armed harmonizing that seemed designed to reach a wide variety of listeners. Their bright folk-rock sound wasn't exactly "cool," but that was sort of the point-- it's familiar in the most pleasing way, lacking conceit or affectation. Their expression of their love for music (and making music) was refreshing three years ago, and that sort of thing never gets old.But clouds inevitably roll in. On the band's follow-up, Helplessness Blues, the mood is darker and more uncertain, adding shade to their gold-hued sound. The change in tone reflects the tumultuous road Fleet Foxes traveled during the album's creation. In late 2009, Fleet Foxes had an album's worth of songs ready, but the tracks were mostly scrapped before mixing. The arduous creative process took a toll on the group members, particularly singer/songwriter Robin Pecknold  told "The last year has been a really trying creative process where I've not been knowing what to write or how to write." The group's persistence paid off, though: Helplessness Blues is comparatively deeper, more intricate, and more complex, a triumphant follow-up to a blockbuster debut. Working again with producer Phil Ek, they've crafted a cavernous record that allows more room for them to breathe and stretch. The album's longer, episodic cuts contain disquieting shifts in tone. "The Plains/Bitter Dancer", for example, begins as a spindly, psychedelic folk tune reminiscent of some of the Zombies' more introspective moments, and then, after a brief pause, bursts suddenly into the type of gangland chorus Fleet Foxes have practically trademarked by now. Elsewhere, shorter songs seem to end mid-thought; the rollicking tumble of "Battery Kinzie" cuts off suddenly, while "Sim Sala Bim"'s heavy-strummed raga quickly unfurls like broken strings. This battle between tension and serenity is new to the band's repertoire, and it lends the album a compelling uneasiness that starkly contrasts the sunnier disposition of their first two releases.The group harmonies that flowed from Fleet Foxes are in shorter supply here, employed largely to embellish tracks, allowing Pecknold to take a clearer lead role, both vocally and lyrically. He first emerged as an impressionistic songwriter, but he's since become stronger and more descriptive, conjuring vivid imagery of men striking matches on suitcase latches and penny-laden fountains. Mostly, he spends time working out his own personal puzzles, pondering the big questions of existence and meditating on the dissolution of his five-year relationship during one of Helplessness Blues' more difficult creative periods.The record reflects his determination to deal with the present while leaving the past behind. At times, Pecknold's voice takes an aggressive tone, as on the eight-minute breakup saga "The Shrine/An Argument"; other times, it cracks slightly, exposing his pain on the bittersweet "Lorelai". But the warmth is there. On the album's most intimate track, "Someone You'd Admire", he contemplates the contradictory impulses to love and to destroy, accompanied by spare harmony and softly strummed guitar.Pecknold confronts more universal concerns as well, starting with "Montezuma"'s memorable album-opening lines: "So now, I am older/ Than my mother and father/ When they had their daughter/ Now, what does that say about me?" He wrestles throughout the record with his own measurements of success, and whether any of it adds up to anything. He asks questions only to come up with more questions, and they all lead into a sort of resolution on the album's title track, "Helplessness Blues". Here, he retreats from the world into idyllic, pastoral imagery and wishes for a simpler life before trying to come to grips with his newfound renown. "Someday I'll be like the man on the screen," he promises at the end of the song.Helplessness Blues' analytical and inquisitive nature never tips into self-indulgence. Amidst the chaos, the record showcases the band's expanded range and successful risk-taking, while retaining what so many people fell in love with about the group in the first place. And once again, a strong sense of empathy is at the heart of what makes Fleet Foxes special. Much has been made of American indie's recent obsession with nostalgic escapism, but Robin Pecknold doesn't retreat. He confronts uncertainty while feeling out his own place in the world, which is something a lot of us can relate to.