Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Θανάσης Χειμωνάς "Αίτημα φιλίας"



Το μεταίχμιο μεταξύ ρεαλιστικής και εικονικής πραγματικότητας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελέσει, για έναν συγγραφέα με δραστηριότητα σ’ αυτά, προνομιακό πεδίο μυθοπλασίας, όπως καταδεικνύεται στο «Αίτημα φιλίας» του Θανάση Χειμωνά. Το μυθιστόρημα ξεκινά με την είδηση του θανάτου μιας όμορφης νεαρής πρωταθλήτριας του πινγκ πονγκ και συνεχίζεται με τη δραστηριότητα στο Διαδίκτυο και τη συγγραφική δυσπραγία του συγγραφέα Στέφανου, την επικοινωνία με τον αδελφικό του φίλο Βασίλη, τις διαδικτυακές απόπειρες ερωτικής σχέσης, μια ρουτίνα που ανατρέπεται αιφνιδιαστικά, κυριολεκτικά με το πάτημα ενός κουμπιού: με την εκ παραδρομής αποστολή αιτήματος φιλίας στον λογαριασμό της νεκρής στο facebook.
Η απαιτούμενη για την ύπαρξη πλοκής ρήξη της ισορροπίας προκαλείται εδώ με τρόπο που θυμίζει λογοτεχνικά κείμενα του φανταστικού, ήτοι με την παράβαση, συχνά τυχαία, ενός προκαθορισμένου κανόνα. Ο υπολογιστής, σαν αντικείμενο με μαγικές ιδιότητες, γίνεται από απροσεξία ο δίαυλος μετάβασης στον κόσμο του υπερφυσικού, αφού για πρώτη φορά ο ήρωας παραβαίνει τη συνήθεια να τον περιμένει να ξεκολλήσει και «πιέζει με μανία το αριστερό κουμπάκι του ποντικιού» (σελ. 21). Με την αποδοχή του αιτήματος το μυστήριο παρεισφρέει στην πραγματικότητα και η πλοκή ανατρέπεται. Αληθοφανείς ερμηνείες ερωτηματικά διατυπωμένες (κάποιος οικείος διαχειρίζεται τον λογαριασμό της νεκρής, το ραντεβού μαζί της είναι φάρσα, η κοπέλα που συναντάει απλώς της μοιάζει εκπληκτικά;) διατηρούν τα γεγονότα στην επικράτεια του παράξενου. Από την άλλη όμως, ποικίλα συμβάντα διαταράσσουν το ρεαλιστικό πλαίσιο εξοικειώνοντας σταδιακά τον αναγνώστη με το αλλόκοτο: την επέλαση του υπερφυσικού προαναγγέλλει ένα εφιαλτικό όνειρο, συγκροτημένο από μοτίβα (αποκρουστικό κοριτσάκι-νάνος, θεόρατος ναός, μαχαιρωμένη νύφη, ματωμένο νυφικό) που παραπέμπουν σε βιβλία και ταινίες τρόμου –οι συχνές αναφορές στον κινηματογράφο, άλλωστε, διαμορφώνουν δεξιοτεχνικά αυτήν την ατμόσφαιρα· και βέβαια, αναδρομικά ερμηνευμένο το όνειρο αντανακλά μια βαριά ψυχολογική διαταραχή και ένα οικογενειακό βίωμα τραγικό. Εφιάλτες, διαταραγμένος ύπνος, παρελθοντική νοσηλεία ξεδιπλώνουν μια αποκλίνουσα προσωπικότητα, πιο φυσιολογική ωστόσο από τους κοινωνικά και επιστημονικά καταξιωμένους που πιστεύουν συνωμοτικές θεωρίες για την ύπαρξη ερπετόμορφων όντων, ή από την κοπέλα με το ψευδώνυμο «Jesus Wept» που απομονώνει ως παρείσακτο το φυσιολογικό («είναι από χωριό. Απλοί άνθρωποι, λαϊκοί. Δεν έχουν το επίπεδο να κάτσουν μαζί μας. Δεν μπορούν να σταθούν ανάμεσά μας», σελ. 41).

Η επίγνωση της ψυχολογικής διαταραχής συγκρατεί τον ήρωα από την πλήρη υποταγή στον έρωτα για τη νεκρή, παρ’ ότι ο έρωτας υποδαυλίζεται από το γεγονός ότι είναι νεκρή: «Γίνεται να ερωτευτείς μια πεθαμένη; Μια γυναίκα που δε συνάντησες ποτέ; Κι αν όμως αυτή είναι η υπέρτατη μορφή έρωτα; Το πιο δυνατό και απόλυτο συναίσθημα: Να αγαπάς παράφορα μια γυναίκα που δεν είχες και δε θα έχεις ποτέ. Μια γυναίκα που δε γνώρισες καν. Και που δε θα γνωρίσεις ποτέ» (σελ. 45)· η επίγνωση ουσιαστικά απωθεί το υπερφυσικό, διατηρώντας τον ήρωα σε έναν ατελεύτητο δισταγμό. Σ’ αυτόν τον δισταγμό εδράζεται το φανταστικό (Todorov), ενώ η αίσθηση ότι τα γεγονότα δεν είναι παρά μια αντιληπτική πλάνη του ήρωα γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Η αποκάλυψη της ασθένειας [«παρανοειδή(ς) σχιζοφρένεια», σελ. 103], η αναμόχλευση του παιδικού τραύματος από τη θέα των νεκρών γονιών μετά από ένα έγκλημα πάθους και ο οριστικός ψυχιατρικός εγκλεισμός μοιάζουν να κλείνουν τον κύκλο. Η τρέλα –που μοιράζεται με το facebook τη δυνατότητα του εαυτού να συγκροτηθεί ως persona, τη φαινομενική αμεταβλητότητα του προσώπου και τη μετατόπιση στον χώρο και στον χρόνο– υποκινεί το φανταστικό, αλλά η διάγνωσή της το καθιστά παράξενο. Η διασάλευση όμως των χρονικών επιπέδων στο facebook, αποτυπωμένη στις συλλυπητήριες αναρτήσεις, στη «διαγραφή» και στην επανεμφάνισή τους, συντηρεί το φανταστικό.

Γιατί η ορθολογική απόδοση των αλλόκοτων γεγονότων στην ψυχική διαταραχή του ήρωα αποτελεί μια εύλογη αφηγηματική αποκατάσταση, δεν είναι όμως τελεσίδικη. Η μετατόπιση, στις τελευταίες σελίδες, της οπτικής γωνίας στη Μαριαλένα και στον χρόνο αμέσως πριν από τον θάνατό της ανατρέπει την εκδοχή της ψευδαίσθησης. Η αφήγηση εκτοξεύεται έτσι ξανά στη δίνη του δισταγμού, στη ρευστότητα του αβέβαιου και στη γοητευτική απροσδιοριστία του φανταστικού. Η κυκλική δομή του μυθιστορήματος αιχμαλωτίζει τους ήρωες σε ένα αέναο παρόν, σε μια διαρκή συγχρονία, σε έναν ανοιχτό χωροχρόνο όπου τα πάντα συμβαίνουν και ξανασυμβαίνουν.

Ο ανοιχτός χωροχρόνος του facebook, της τρέλας και του απόλυτου έρωτα που υπερβαίνει τη λογική μοιάζει στο μυθιστόρημα να συναρμόζεται με τον ανοιχτό χωροχρόνο της γραφής (δεν είναι τυχαίο ότι ο ήρωας είναι συγγραφέας)· εκεί τα όρια μεταξύ ρεαλιστικής πραγματικότητας και μυθοπλασίας διαχέονται (το «Αίτημα φιλίας», αν και το πιο «υπερφυσικό» μυθιστόρημα του Χειμωνά, περιέχει τις περισσότερες αυτοβιογραφικές αναφορές –για να τις υπονομεύσει)· εκεί γίνεται το ταξίδι στον χρόνο· εκεί το επέκεινα αναμειγνύεται με την πραγματικότητα και, τέλος, εκεί τα πρόσωπα έρχονται στην ύπαρξη και εκεί ζουν εις το διηνεκές.

Δήμητρα Δασκάλου - Χριστοδούλου "Δυο Σμπάροι -Πολλά τρυγόνια"


Το εξαιρετικό βιβλίο της Δήμητρας Δασκάλου -Χριστοδούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Carpe Librum". Με έναν εξαιρετικά έξυπνο τρόπο γραφής, η συγγραφέας αφηγείται μία ιστορία από το τέλος προς την αρχή, η οποία βρίσκεται στη μέση! Μια αστυνομική ιστορία που παρουσιάζεται ως ένα μυστήριο μπλεγμένο στα δίχτυα του χρόνου, ενώ η ΕΛΑΣ λαμβάνει δρακόντεια μέτρα. Η Δήμητρα γεννήθηκε το 1954 στη Νέα Ιωνία και σπούδασε Νομική στη Θεσσαλονίκη. Άλλα έργα της:¨Ανωνύμου εμμετροέπεια" και "Στη δίνη των συμπλεγμάτων"

O Πόρης Καλαντζής οπτικοποιεί ένα ποίημα του Κώστα Τσιαχρή "Το ατύχημα"


Ο   Πόρης  Καλαντζής  είναι  ποιητής   και  κατάγεται  από την  Κύπρο .  Ο  Κώστας  Τσιαχρής  είναι   φιλόλογος  , κριτικός  της  λογοτεχνίας  και  ποιητής 

Γιώργος Μοράρης "Η ΜΕΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ"




Τα   ηλιοκαμένα άνθη  της  νεότητας
διαρκούν  λίγο
κι αυτά  με  τον ανεμοδαρμένο  μίσχο
που η σύντομή τους άνοιξη
κράτησε  λιγότερο

Η μέλισσα  του  Υμηττού
μάζεψε   στα χείλη  τους  τη γύρη
και πήρε  με τον  βόμβο
τον ύστατό  τους  ψίθυρο.
Από το γένος  της  το σμήνος
με τους  φρουρούς  στο κέρινο  στρατόπεδο
και το  μέλι τους  μυρίζει θυμάρι
που διάλεξαν  προσκέφαλο
για τον ιερό τους  ύπνο

Ο  Γιώργος  Μοράρης  είναι  ποιητής  και κατάγεται  από την Κύπρο . Η   συλλογή του "Ροσμαρίνος"  εκδόθηκε  το   2008

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Κώστας Πλιάτσικας "Οι άνθρωποι της ζέστης"


   Τα Καλοκαίρια είχαν πάντα μια άλλη γοητεία μέσα του,οπωσδήποτε ερωτική, οπωσδήποτε νεανική με τα μάτια, τη σάρκα, την ηδονή να κυριαρχούν στα σημεία έναντι όλων των άλλων διεργασιών. 
Εκείνο το Καλοκαίρι ο Ίων ήταν μικρός. Μικρότατος, δεκαέξι ετών. Το μυαλό του φτερούγιζε, το σώμα του κεντούσε, το πρόσωπο του ροδοκοκκίνιζε, αραιά γένια φύτρωναν ακούρευτα σε ένα σπουδαίο πρόσωπο. Περπατούσε μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, αρχές μάλιστα που ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι ο ήλιος ο μεγαλύτερος βασιλιάς που υπήρξε ποτέ. Περπατούσε σε έναν κόσμο χαμηλό, γεμάτο βάτα, σκόνες, παχυλές γυναίκες, πρωτόγονους άντρες, ακαλλιέργητους. Έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά του από βατόμουρα άγριόσυκα, γκόρτσα, άγρια απίδια δηλαδή, και τραγουδούσε από Ντύλαν μέχρι Μητροπάνο δυνατά στο καταμεσήμερο. Η Ντίνα ερχόταν από απέναντι. Κατάξανθη. Στις μεγάλες γάμπες της διαγράφονταν οι φωτεινές ξανθές τρίχες επειδή ο ήλιος είχε μαυρίσει πολύ ωραία το δέρμα της και ήταν πιο όμορφη ακόμα και από το Καλοκαίρι, ακόμα και από το πιο δροσερό νερό της όποιας πηγής. Συνομίληκοι ήταν σχεδόν ή λίγους μήνες μικρότερη του κι όταν συναντήθηκαν στην ανηφόρα του κάμπου, ο Ίων έκοψε το τραγούδι, του κόπηκε η ανάσα που την είδε τόσο κοντά του σαν θεά να τον κοιτάζει- ήταν πράγματι πολύ όμορφη. Βέβαια δεν είπαν τίποτε, εντάξει εκτός από τι κάνεις; Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Λες και ήταν ή υπήρχαν πολλά χρόνια αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι. Δίπλα στην πηγή, κοίταξαν τα φυλλώματα του πλατάνου, κοίταξαν που κα κρυφτούν, χώθηκαν μέσα στο δάσος. Ξάπλωσαν καταμεσήμερο, ο ιδρώτας κυλούσε ανάμεσα στα κορμιά τους αλλά ποιος ενδιαφερόταν τότε για ζέστη; Ποιον ένοιαζε αν είχε σαράντα ή πενήντα βαθμούς; Το αίμα έκαιγε, το μουνί και ο πούτσος αγκαλιάζονταν, όλα τα άλλα είχαν ελάχιστη σημασία. Η Ντίνα ήταν παρθένα, έβγαλε λίγο αίμα, ο Ίων τα ήξερε αυτά, την καθησύχασε, μη φοβάσαι, της είπε. Η Ντίνα δε φοβόταν. Ήταν γυναίκα από τις λίγες. Τραγούδησαν μαζί πολλές φορές, ήταν φοβερή η Ντίνα, ένα μουσούδι ανθρώπινης επικοινωνίας. Η θάλασσα, ο χρόνος, έπαιρναν και έδιναν, η Ντίνα συνέχιζε να είναι όμορφη, χυμώδεις. Χμ, χυμώδεις! Μια λέξη που της ταίριαζε και ο Ίων δεν τις φοβόταν τις λέξεις, η Ντίνα όμως είχε άλλο δρόμο. Μόλις κατάλαβε τι της έκανε ο Ίων, πήγε την άλλη  μέρα και το έκανε με τον Νίκο, με τον Τάκη, με τον Βασίλη. Απλόχερη γυναίκα, ακάβλωτη παρά την ομορφιά της. Ο Ίων τη συνάντησε μια δυο φορές ακόμα, ποτέ δεν της είπε πως την αγαπούσε και τέτοιες τρίχες, ούτε εκείνη. Απλά την τελευταία φορά, πηδήχτηκαν στην αυλή του σπιτιού της παπαδιάς που ήταν κουφή, ξερή και σχεδόν άλαλη. Ο Ίων άγγιζε το μαύρο φόρεμα της παπαδιάς ενώ τον είχε μέσα στην αδιάφορη Ντίνα που ο κόσμος της ήταν άλλος από τον δικό του, το θέμα ήταν πως η Ντίνα, η όμορφη με τις γαλαζωτές τρίχες στη μασχάλη, εκείνο το Καλοκαίρι που οι σκόνες τύλιγαν τον κόσμο, που αν έριχνες μια μπουνιά στον ουρανό θα έλεγες πως θα τον νικήσεις, ήρθε ένα ανόητο τέλος που δε θα το άντεχε κανείς. Η Ντίνα πέθανε. Ο Ίων δεν ήξερε τι να κάνει. Καρδιακή ανεπάρκεια; Είπαν οι γιατροί. Ο Ίων δεν έμαθε ποτέ τίποτα παραπέρα, συνέχισε να ζει σε ένα Καλοκαίρι γεμάτο σκόνες, νεκρές πικροδάφνες και σχίνα να σέρνονται στους χωματόδρομους. Ο Ίων δεν ήξερε τότε ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, την ίδια στιγμή που οι άλλοι γεννιούνται, προσπαθούσε όμως να καταλάβει, να δει, γιατί άνθρωποι σαν την Ντίνα πεθαίνουν δεκαέξι χρονών. Δεν έχει σημασία τι πρόλαβαν να δουν;
Τα Καλοκαίρια ήταν η ανίδεη αλλά και η όμορφη πλευρά των ανθρώπων που η ευτυχία τους ήταν κρεμασμένη σε ένα αν, σε ένα γιατί, σε ένα ότι όλα κάποτε θα είναι ωραία, σε ένα πως διάβασα και Καζαντζάκη και Νίτσε, έλεγε μερικές φορές και η Ντίνα των δεκαέξι ετών που πρόλαβε να πηδηχτεί με το Ίων και μερικούς άλλους προτού παραδώσει το εφηβαίο της στον Βούδα, ή στον θεό της, που δεν πίστευε. Εύκολο δεν ήταν τίποτε.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Julianna Barwick NEPENTHE [ Κριτική του Κώστα Τσιαχρή]

    

   Νηπενθής σημαίνει αυτός που έχει απαλλαγεί ή που απαλλάσσει από το πένθος , αυτός που δεν αισθάνεται ή δεν προκαλεί πλέον λύπη . Η ρίζα της λέξης είναι ομηρική .Διαβάζουμε στην Οδύσσεια : αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον, / νηπενθές τ᾽ ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων [ κάποιο βοτάνι επήρε κι έριξε μες στο κρασί που επίναν , ξαρρωστικό του πόνου , ανέχολο , λησμονικό της πίκρας ] . Το επίθετο Νηπενθής προσδιόριζε επίσης το Θεό Απόλλωνα , Θεό της μουσικής και του φωτός . Η λέξη χρησιμοποιήθηκε και στη νεότερη λογοτεχνία , τόσο την ελληνική [ Ο Καρυωτάκης έδωσε στη δεύτερη ποιητική του συλλογή τον τίτλο "Νηπενθή" ] όσο και την Ευρωπαϊκή [Edgar Allan Poe και Γάλλοι συμβολιστές ] .Την ίδια λέξη επιλέγει , και ασφαλώς καθόλου τυχαία , ως τίτλο για την καινούργια της δουλειά μία από τις σημαντικότερες παρουσίες στα δρώμενα της σύγχρονης εναλλακτικής μουσικής μετά το 2010 ,η Julianna Barwick από το Brooklyn της Νέας Υόρκης . Παραπέμποντας στον καθαρτήριο ρόλο της τέχνης , στην κατά Καβάφη ικανότητά της να κάνει έστω και για λίγο να μη νιώθονται οι  εσωτερικές πληγές , η μουσική αυτού του έργου δημιουργήθηκε  με  αφορμή το θάνατο ενός μέλους από την  οικογένεια  της συνθέτριας  .Τα τραγούδια γράφτηκαν , για να ξορκίσουν πρώτα απ' όλα τη λύπη μέσα από τη μνήμη της , για να λειτουργήσουν ως " νάρκης του άλγους δοκιμές" . Το παυσίλυπο ωστόσο έργο τους ,κι αυτό είναι το μυστικό της σπουδαίας τέχνης , διαπερνά  εξίσου   το μυαλό και την ψυχή του ακροατή . Ακούγοντας ξαφνικά αυτά τα εκστατικά Ωσαννά ,παρασύρεται από τη δύναμή τους κι απογειώνεται . Αφήνει από κάτω του φόβους και λύπες , κι ολοένα ανεβαίνει σε κάτι φωτεινό . Σα να βρίσκεται σε μια πορεία ανάβασης έξω από το Πλατωνικό σπήλαιο των ίσκιων προς τη ρίζα του φωτός . Σα να γδύνεται τον ίσκιο που κουβαλά   και να  παραδίδει το σώμα του στις αχτίδες .
       Η Julianna επέλεξε να ηχογραφήσει το Nepenthe στην Ισλανδία ,στη χώρα του πάγου και της φωτιάς , με τα σεληνιακά τοπία και τα δεκάδες ηφαίστεια ,επειδή ακριβώς ήθελε να μεταφέρει στα αυλάκια των τραγουδιών της το σπόρο της άγριας ομορφιάς που κρύβει αυτή η απομακρυσμένη γη . Κι ενώ συνήθιζε να ηχογραφεί τα τραγούδια της στην κρεβατοκάμαρά της ,έχοντας η ίδια την επιμέλεια της παραγωγής , αυτή τη φορά επιλέγει το studio στο οποίο ηχογραφούν οι Sigur Ros και στη θέση του παραγωγού τον Alex Sommers . Στο δίσκο συμμετέχουν το κουαρτέτο εγχόρδων από την Ισλανδία Amiina .o Robert Sturla Reynisson του πειραματικού ηλεκτρονικού συγκροτήματος Mum και μία χορωδία νεαρών κοριτσιών του Ρέικιαβικ , διευρύνοντας με αυτό τον τρόπο τις επιλογές της όσον αφορά την ενορχήστρωση των τραγουδιών ,η οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο στα πολλαπλά στρώματα της φωνής της και σε κυκλικά ηχητικά μοτίβα .Είναι λοιπόν επόμενο το στίγμα της ισλανδικής μουσικής παράδοσης των τελευταίων χρόνων να είναι εμφανές στο χτίσιμο του δίσκου .Για παράδειγμα οι θρηνώδεις αρμονίες του "Pyrrhic" και τα φωνητικά που μοιάζουν με εκσπερματώσεις θερμού νερού από τα σπλάχνα της γης παραπέμπουν κατευθείαν στον μαγικό κόσμο των Sigur Ros .
     Ο επισκέπτης αυτής της μουσικής ωστόσο   πρέπει να είναι προετοιμασμένος για μία διαφορετική ηχητική εμπειρία . Εδώ δεν υπάρχουν ρεφρέν , δεν υπάρχουν περάσματα , δεν υπάρχουν τυπικές μελωδίες ,δεν υπάρχουν στίχοι . Υπάρχει μόνο μια ιέρεια , μια γυναίκα -χορωδία που μέσα από το στόμα της σκορπίζει δεκάδες διαφορετικές φωνές ,μια παγανιστική τελετή στην οποία προσφέρεται ως θύμα στο Θεό της μουσικής ο πόνος ,ένα ελιξήριο που γιατρεύει τα φθαρμένα κύτταρα , ένα σύμπαν από ουράνιες μελωδίες στις οποίες υποκλίνονται ευλαβικά τα Χερουβείμ . Η Julianna Barwick δημιουργεί αυτό που θα ονομάζαμε "Φουτουριστική Κλασική Μουσική" και ως υλικά για τούτο το αποτέλεσμα χρησιμοποιεί την ambient , τη folk και τον πειραματισμό . Κι αν το 2011 είχε κεντρίσει την προσοχή μας με το εξαιρετικό "The magic place" ,με το " Nepenthe" έρχεται να εδραιώσει τη φήμη της ως μίας κορυφαίας καλλιτέχνιδας .

[To  Nepenthe κυκλοφορεί  στις  20  Αυγούστου  από την εταιρεία  Dead  Oceans ]
Κώστας  Τσιαχρής


Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

"Αφορισμοί" του Σπύρου Αραβανή

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες το εξαιρετικό βιβλίο του Πολωνού συγγραφέα,Στάνισλαβ Γέρζι Λετς, «Επιλογή από τις Αχτένιστες Σκέψεις», εκδ. Στιγμή, 2004, (μετάφραση Αφροδίτης Κολλάρου) το οποίο περιλαμβάνει αφορισμούς του από το ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Βαρσοβία το 1955, διαπίστωσα για ακόμα μια φορά οτι η μόνη πρόοδος που έκανε ο άνθρωπος ήταν να μάθει να περπατά στα δύο του πόδια…Θα σταχυολογήσω ορισμένους από τους στοχασμούς του σε μια προσπάθεια σύνδεσής τους με τη σημερινή πολιτικο-κοινωνική επικαιρότητα: 

1. «Την ματιά στον κόσμο μπορεί να την εμποδίσει κανείς με μια εφημερίδα»:
Οι αμέτρητες πηγές πληροφόρησης σήμερα, όχι μόνο αποπροσανατολίζουν κατευθύνοντας, αλλά οδηγούν στην απόλυτη λήθη. Ο Γκαίτε το έθεσε πολύ σωστά: «Γνήσιος σκοταδισμός δεν είναι το να εμποδίζεις να απλωθεί το αληθινό, το ξεκάθαρο, το χρήσιμο, αλλά να θέτεις σε κυκλοφορία το κίβδηλο»… Με αυτό τον στόχο γέμισαν μέχρι πάνω τα ράφια στα περίπτερα στο όνομα της δημοκρατίας…

2. «Συνήθως η οπισθοφυλακή της παλαιάς εμπροσθοφυλακής είναι η εμπροσθοφυλακή της καινούριας οπισθοφυλακής»:
Η σύνθεση της νέας καλοκαιρινής κολεξιόν-κυβέρνησης αποδεικνύει του αφορισμού το αληθές… Δεν είναι μόνο το τραγελαφικό γεγονός οτι μας κυβερνάνε -ως άλλο ρωμαικό όργιο κοινώς «παρτούζα», τα δυο κόμματα που ευθύνονται αποκλειστικά για τη σημερινή κατάσταση, είναι και το οτι έχει καταστρατηγηθεί κάθε ίχνος “αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας'. «Διάφορα αξιώματα» γράφει, επίσης ο Λετς, «είναι σαν τις αρρώστιες: είτε κληρονομικά είτε μεταδοτικά»...Συνεπώς δεν γλυτώνουμε ακόμα και τώρα που έχουμε «τσακάλι» Υπουργό Υγείας…

 3. «Όλα έχουν ήδη ανακαλυφθεί, μονάχα στην περιοχή της χυδαιότητας υπάρχει ακόμα νέο έδαφος»:
Οι πολιτικοί καθημερινά μας εκπλήσσουν με την ευρηματικότητα της χυδαιολογίας τους. Ο Όσκαρ Ουάιλντ επίσης το εξέφρασε εξαιρετικά: «Τα πολιτικά κόμματα είναι οι μόνοι χώροι που μας απέμειναν, όπου οι άνθρωποι δεν συζητούν για πολιτική».. Η χυδαιότητα όμως ρέει παντού με ποικίλες μορφές. Ένα απλοικό παράδειγμα,  η σημερινή ανακοίνωση του Star Channelσχετικά με τις επικείμενες αλλαγές του: «Πάντα με γνώμονα την αντικειμενική ενημέρωση σε όλους τους τομείς ενδιαφέροντος των τηλεθεατών μας, πολιτική, οικονομία, πολιτισμός, αθλητισμός, αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση του ειδησεογραφικού τομέα του Star». Δεν πρόκειται απλώς για θρασύτητα όταν αναφέρονται οι λέξεις: «πάντα», «γνώμονας η αντικειμενική ενημέρωση» και «πολιτισμός» αλλά για χυδαιότητα που την καταπίνουμε αμάσητη. Όπως χυδαία με την επίφαση της «νομιμότητας» είναι και η σημερινή δήλωση του θεατρανθρώπου Δημήτρη Λιγνάδη«Ακραίο αλλά νόμιμο»,  σχετικά με την επιλογή του Σάκη Ρουβά στο ρόλο του Διονύσου-στις «Βάκχες» που θα παρουσιαστούν και στην Επίδαυρο. Και είναι χυδαία γιατί προσπαθεί να επιβάλλει και όχι να υπερασπιστεί την επιλογή του (για την οποία έχει κάθε δικαίωμα). Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό το παράδειγμα και πιο κάτω.

 4. «Όλοι θέλουν το καλό μας. Μην τους αφήσετε να το πάρουν»:
 Οι εθνοσωτήρες έχουν πλέον επαγγελματική ταυτότητα. Διεξάγουν μάλιστα και Συνέδρια Φιλανθρωπίας. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, το 2ο Ετήσιο Διεθνές Συνέδριο για την Κοινωφελή Δράση από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που διεξήχθη χθες και σήμερα. Από εκεί και η σημερινή χυδαιότητα, που λέγαμε και πριν, του Τζορτζ Σόρος: «Είμαι πολιτικός φιλάνθρωπος».  Όπως και ολόκληρος ο αποψινός ενθοσωτήριος λόγος που εκφώνησε ο Αντώνης Σαμαράς στο συνέδριο της ΝΔ με αποκορύφωμα τη φράση: «Με το ΠΑΣΟΚ θα εξαντλήσουμε την τετραετία για το καλό της πατρίδας». Με το ίδιο ΠΑΣΟΚ το οποίο το κατακεραύνωνε πριν λίγους μήνες…

5. «Η κουλτούρα σήμερα έχει πάει στον λαό. Πότε θα επιστρέψει;»:
Δεν είναι ελιτίστικη άποψη, ούτε αντισοσιαλιστική. Είναι μια καθημερινή διαπίστωση από μια απλή διαδικτυακή και όχι μόνο πλοήγηση. Τα «likeς» και τα «shares», όπως και η gay κοινότητα (η αναφορά εδώ ως γεγονός οχι ως ομοφοβικό ή ρατσιστικό σχόλιο) ανεβοκατεβάζουν «πολιτισμικές κυβερνήσεις». Όλοι γράφουμε για να «αρέσουμε» στον κόσμο. Και όλος ο λαός «γράφει» για να αρέσει μόνο στον εαυτό του… Και αναδεικνύει τους ήρωές του…Επανερχόμαστε στον Λιγνάδη. Τόνισε, σήμερα, στη συνέντευξη Τύπου: «Το πρόσωπο που θα υποδυθεί το Διόνυσο πρέπει να εκπροσωπεί το νέο, το τολμηρό, το ωραίο, αυτό που για τους σημερινούς θεατές μπορεί να γοητεύσει και να οδηγήσει στην κυριαρχία της μουσικής επί του λόγου και της μέθης επί της λογικής»
Το κοινό, λοιπόν, σε ρόλο πρωταγωνιστικό ρόλο. Είτε ως δημιουργός είτε ως κριτήριο ενός έργου…

6. «Ορισμένοι συγγραφείς δίνουν την εντύπωση πως ξεκίνησαν να γράφουν μόνο και μόνο επειδή δεν είχαν τίποτα να πουν»:
Τα μπετοειδή βιβλία των εκδόσεων Ψυχογιός και τα αναρίθμητα ποιητικά ορνιθοσκαλίσματα μάς βομβαρδίζουν ανηλεώς ως ευπώλητα και κοσμοαγάπητα (ο «λαός» που λέγαμε και ανωτέρω…). Δεν είναι όμως τίποτα άλλο από ευκοίλια…Ο Λετς κάπου αλλού το εκφράζει έξοχα: «Στους ανθρώπους αρέσουν, διαπίστωσα, σκέψεις που δεν τους αναγκάζουν να σκέφτονται»… Όσο πιο κοινοτοπη μια δημιουργία, όσο πιο κοντά σε αυτό που και εμείς θα μπορέσαμε να κάνουμε, τόσο πιο μεγάλη επιτυχία έχει. Η τέχνη σήμερα δεν ξεβολεύει. Εκπροσωπεί.

7. «Η αληθινή σάτιρα δεν τραυματίζει-σκοτώνει»:
Οι Λαζοπουλο-Κανάκηδες και οι λοιποί διασκεδαστές νομίζουν οτι εξοντώνουν. Απλώς τραυματίζουν. Προ πάντων την αισθητική της τέχνης που λέγεται σάτιρα. Ο γερο-Αριστοφάνης δεν είναι άλλοθι για τους χοντροειδείς υπαινιγμούς π.χ. του Σταμάτη Κραουνάκη προ τον Άδωνι Γεωργιάδη (ακόμα και αν δεν ήταν δικά του λόγια και προυπήρχαν ως θεατρικό νούμερο εδώ και καιρό) ιδίως όταν ο συνθέτης πέρασε υβριστικές και παραληρηματικές γενεές δεκατέσσερις όποιον τόλμησε να “λοιδορήσει' την Κατερίνα Στανίση και την πασχαλινή διαφήμιση του Jumbo. Ο Γκαίτε, πάλι, τονίζει σοφά: «Πες μου για ποιο πράγμα γελάει ένας λαός, και θα σου πω για ποιο πράγμα είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του..»

8. «Προφητεύω το τέλος του καννιβαλισμού. Ο άνθρωπος αισθάνεται αηδία για τον άνθρωπο». 
Ή  όπως το έλεγε ο Wolf Biermann: «Όχι απλώς τους έχω βαρεθεί. Τους έχω σιχαθεί». Νομίζω πως είμαστε πολύ κοντά…Ίσως η λύσις του κωμικού δράματος.

Για το τέλος ένα χρηστικό ερώτημα-αφορισμός του Λετς που σώζει ζωές αν απαντηθεί με σωστό τρόπο: «Πώς εξασκεί κανείς τη μνήμη για να μάθει να ξεχνάει

Αναδημοσίευση  από το www.poein.gr