Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Αντώνης Φωστιέρης Ο έρωτας

 Ο έρωτας είναι ένας ροζ πολτός

Μες στα σχολεία τις ντισκοτέκ και τα τηλέφωνα
Κολλάει στη γλώσσα μας στα μάτια στα μαλλιά μας
Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο πέφτουμε κάτω
Με ανεπιτήδευτα επιδέξια βολ πλανέ
Πετάμε γύρω απ’ τα μεγάλα χτίρια
Ο έρωτας είναι το αξέχαστο μαλλί της γριάς
Κολλάει στα  χείλη μας και τραγουδάμε υπέροχα
Τι άλλο μεγαλύτερο έχ’ η ζωή
 
Από τον ύπνο στη φωλιά του ωραίου;

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

Στράτος Κοσσιώρης Κομποσκοίνι

 



Ήτανε μια μεσόκοπη πόρνη
την πέτυχα σ' ένα απόμερο χαμαιτυπείο
καλοφτιαγμένη για την ηλικία της
σίγουρα με πολλά χιλιόμετρα στην πλάτη
κι ένα κουρασμένο χαμόγελο.
Η συνεύρεση μαζί της ήταν γεμάτη τρυφερότητα
προς έκπληξη μού δόθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Μετά μόνο κατάλαβα όταν είδα
το κομποσκοίνι που φόραγε στο χέρι.

Γιώργος Γκανέλης Ο γυρολόγος

 


Ο γυρολόγος της επαρχίας
πουλά την πραμάτεια μισοτιμής.
Πουλά τη γη σ’ ένα σύννεφο
να μη στερέψει από νερό.
Πουλά τα δέντρα στη θάλασσα
να μη τα καίει η πυρκαγιά.
Πουλά τα μάτια του στο Θεό
να βλέπει παντού αγγέλους.
Μα κυρίως πουλά την ψυχή του
για λίγη ανεπιτήδευτη ομορφιά.
Τόσα χρόνια περιπλανώμενος
δε συνάντησε πουθενά τον έρωτα
μόνο τα βράδια πριν κοιμηθεί
κοιτάζει μια θαμπή φωτογραφία.
Δε θυμάται όνομα και χρονολογία
πάντως επιμένει να την ψάχνει
πουλώντας μισοτιμής τη ζωή του.
Εκείνη τη γυναίκα της επαρχίας.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2022

Τηλεόραση και βία

 

Τηλεόραση και βία: μια επίκαιρη συζήτηση

 

       Είναι γεγονός ότι η τηλεόραση έχει κυριαρχήσει στη ζωή μας. Κατά μέσο όρο ο πολίτης μιας σύγχρονης κοινωνίας αφιερώνει είκοσι πέντε ώρες την εβδομάδα στη μικρή οθόνη, χωρίς να υπολογιστούν ο κινηματογράφος, ο τύπος ή το Διαδίκτυο. Ειδικά τα παιδιά, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, αφιερώνουν στην τηλεόραση περίπου όσο χρόνο αφιερώνουν στο σχολείο ή στην οικογένεια και τους φίλους τους. Μάλιστα στις ΗΠΑ οι νέοι φαίνεται πως ξοδεύουν περισσότερο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση από όσο στη σχολική τάξη: κατά μέσο όρο ένας απόφοιτος Λυκείου έχει αφιερώσει περίπου 12.000 ώρες στο σχολείο και περίπου 19.000 ώρες στην τηλεόραση! Και μόνα αυτά τα δεδομένα αρκούν, για να εστιάσουν το ενδιαφέρον των ειδικών στη μελέτη της επίδρασής της στο κοινό, ιδίως στα παιδιά και στους νέους.

            Όμως, και στο ζήτημα αυτό η επιστημονική κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη. Στη σχετική συζήτηση, στο ένα άκρο του φάσματος προβάλλεται η άποψη ότι τα μέσα, κυρίως η τηλεόραση, συμβάλλουν σημαντικά στην εμφάνιση μιας σειράς φαινομένων κοινωνικής παθογένειας που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες. Στο άλλο άκρο παρατηρείται η τάση τα μέσα να απαλλάσσονται από τέτοιες βαριές κατηγορίες. Αυτό συμβαίνει συνήθως υπό την επίδραση θεωρήσεων που εκλαμβάνουν τον δέκτη ως ενεργητικό και ενημερωμένο πολίτη, ο οποίος επιλέγει ορθολογικά ανάμεσα στα προσφερόμενα μηνύματα, χωρίς να παρασύρεται τόσο εύκολα, όσο συνήθως πιστεύουμε, από τις ποικίλες τεχνικές των παραγωγών τους. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ακραίες εκδοχές μπορεί κανείς να κατατάξει μια εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία από ενδιάμεσες θεωρήσεις.

             Έτσι, ο Karl Popper1 συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν υποστηρίξει σθεναρά την αρνητική επίδραση ειδικά της τηλεόρασης στη νέα γενιά. Για τον Popper η βία, το σεξ και ο εντυπωσιασμός αποτελούν τη βασική συνταγή για την προσέλκυση του κοινού, ενώ είναι ενδεικτικές του ρόλου της τηλεόρασης οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ανήλικοι παραβάτες ισχυρίστηκαν ότι εμπνεύστηκαν την ακραία βίαιη συμπεριφορά τους από τηλεοπτικά προγράμματα. Αφετηρία του προβληματισμού του είναι η ιδέα του «προσανατολισμού μέσα στον κόσμο». Τα παιδιά, καθώς μεγαλώνουν, νιώθουν την ανάγκη να προσαρμοστούν στα διαφορετικά περιβάλλοντα στα οποία εντάσσονται. Κατά συνέπεια, η διανοητική τους εξέλιξη εξαρτάται από αυτά. Η τηλεόραση ως βασικό στοιχείο του περιβάλλοντος ασκεί σημαντική επίδραση στα παιδιά. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει, «η τηλεόραση παράγει βία και την εισάγει σε οικογένειες που διαφορετικά δε θα τη γνώριζαν».

              Ακόμη, με μια σειρά άλλων ερευνών επιχειρήθηκε να αναλυθούν οι τυχόν θετικές επιδράσεις της τηλεόρασης. Στο πλαίσιο αυτό μελετήθηκε, για παράδειγμα, ως ποιον βαθμό η παρουσίαση θετικών κοινωνικών σχέσεων διαμορφώνει στα παιδιά αντίστοιχες θετικές συμπεριφορές. Ένα άκρως ενδιαφέρον συμπέρασμα των σχετικών μελετών είναι ότι, ενώ μετά την παρακολούθηση βίαιων προγραμμάτων από παιδιά, αυξάνονται σαφώς οι αρνητικές και βίαιες συμπεριφορές τους, στην περίπτωση παρακολούθησης θετικών και μη βίαιων συμπεριφορών η αντίστοιχη θετική ωφέλεια εμφανίζεται πολύ πιο έντονη. Εξάλλου, μια άλλη πρόσφατη ερευνητική κατεύθυνση αμφισβητεί ότι ο τηλεθεατής είναι απλώς ένας παθητικός δέκτης, που έχει ελάχιστες δυνατότητες αντίστασης στην επίδραση των μέσων. Οι ερευνητές αυτής της τάσης στρέφουν το ενδιαφέρον μας προς τη μελέτη των διαδικασιών μέσω των οποίων καθένας μας προσλαμβάνει, ερμηνεύει και κατανοεί τα εκπεμπόμενα από την τηλεόραση μηνύματα. Σε αυτήν τη βάση διαμορφώθηκε μια κατηγορία των λεγόμενων ερευνών πρόσληψης, που είχε στόχο να δοθεί έμφαση στη σχετική ανεξαρτησία του δέκτη.

              Ανακεφαλαιώνοντας, θα λέγαμε ότι τα ασαφή και σε πολλές περιπτώσεις αντιφατικά συμπεράσματα στα οποία έχουν καταλήξει οι σχετικές έρευνες είναι πολύ εύκολο να οδηγήσουν σε έντονο σκεπτικισμό. Εκείνο που φαίνεται ότι απαιτείται σήμερα είναι πιο συστηματικές και σύνθετες έρευνες, που θα λαμβάνουν υπόψη τους την πολυπλοκότητα των προβλημάτων και την ανάγκη για πιο ολοκληρωμένες προσεγγίσεις.

 

Σημαντικός αυστριακός φιλόσοφος του 20ου αιώνα.


 

 

Π. Χαραμής, Εκπαιδευτική πύλη e-paideia, 13.2.2004 (διασκευή).

 

Να επιβεβαιώσετε  ή να διαψεύσετε το περιεχόμενο  των ακόλουθων  προτάσεων 

1.      Οι  νέοι  στις  ΗΠΑ   δεν αφιερώνουν πολλές ώρες  στην παρακολούθηση  τηλεοπτικών προγραμμάτων

2.      Οι  επιστήμονες  παρουσιάζονται  ομόφωνοι  ως προς την αρνητική επίδραση  των ΜΜΕ  στα παιδιά

3.      Κατά  τον Popper  , υπάρχει  στενή σχέση ανάμεσα στην επιθετική συμπεριφορά  των νέων και στην παρακολούθηση ανάλογων τηλεοπτικών προγραμμάτων

4.      Από κάποιες έρευνες υποστηρίζεται  ότι ο τηλεθεατής  δεν  έχει τη δυνατότητα  αντίδρασης  απέναντι  στα αρνητικά  στοιχεία που προβάλλουν τα ΜΜΕ 

5.      Αυτό  που είναι απαραίτητο , σύμφωνα με τον συγγραφέα , είναι η διενέργεια περισσότερων ερευνών  για την επίδραση των ΜΜΕ

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς , Βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας 2015



Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς γεννήθηκε το 1948 στο Ivano-Frankovsk της Ουκρανίας και μεγάλωσε στη Λευκορωσία. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ έγραψε διηγήματα, θεατρικά έργα, σενάρια για ντοκιμαντέρ. Το κύριο έργο της, όμως, είναι τα βιβλία μαρτυριών που συγγράφει, προσδίδοντας νέα διάσταση στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας. Το πρώτο της βιβλίο, "Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας"(1985), περιέχει μαρτυρίες γυναικών που πολέμησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο της "Τελευταίοι μάρτυρες", στο οποίο ενήλικοι ανακαλούν τις παιδικές τους αναμνήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1989, η Αλεξίεβιτς αποκάλυψε με το βιβλίο της "Οι μολυβένιοι στρατιώτες" τη σκληρή αλήθεια για τον δεκαετή "άγνωστο" πόλεμο των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν. Η έκδοση, απαγορευμένη επί πολλά χρόνια, προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις τόσο από στρατιωτικούς κύκλους όσο και από εκπροσώπους του παλαιού καθεστώτος, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν σε δικαστική δίωξη της συγγραφέως. Το 1993 η Αλεξίεβιτς εξέδωσε το βιβλίο της "Γοητευμένοι από τον θάνατο", με θέμα τις αυτοκτονίες που σημειώθηκαν στην πρώην ΕΣΣΔ μετά την πτώση του κομμουνισμού, ενώ το 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο της "Τσερνόμπιλ - Ένα χρονικό του μέλλοντος", που περιλαμβάνει μαρτυρίες για το πυρηνικό ατύχημα του 1986, τις οποίες συνέλεξε η συγγραφεύς περιπλανώμενη επί δύο χρόνια στην Απαγορευμένη Ζώνη, με κίνδυνο της υγείας της και της ζωής της. Τα βιβλία της κυκλοφορούν μεταφρασμένα σε δεκάδες χώρες, όχι όμως και στην πατρίδα της, όπου η ίδια είναι στιγματισμένη ως αντικαθεστωτική. Από τον Οκτώβριο του 2000 ζει κάποιες περιόδους στην Ποντεντέρα, πόλη-άσυλο λογοτεχνών στην Τοσκάνη. Τα περισσότερα από τα βιβλία της διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ενώ η ίδια τιμήθηκε για τα έργα της με πλήθος διεθνών διακρίσεων, μεταξύ των οποίων το βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Σουηδίας, το βραβείο Αντρέι Σινιάφσκι, το ρωσικό βραβείο Θριάμβου, το Βραβείο Λειψίας "για αμοιβαία κατανόηση στην Ευρώπη -1998", το γαλλικό Βραβείο "Μάρτυρας του Κόσμου - 1999", το Βραβείο Χέρντερ και το Βραβείο Καλύτερου Πολιτικού Βιβλίου της Γερμανίας. Το 2015 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Θωμάς Τσαλαπάτης "Άλμπα"



Ο Θωμάς Τσαλαπάτης βρήκε χρόνο για τον χρόνο. Αποτραβήχτηκε και μπόρεσε να δει την «ουρά» του που για λίγο σκάλωσε στην απαίτηση του ποιητή. Στην επιθυμία του να ανακαλύψει από πού προέρχεται η σκόνη, η λάσπη και η πνοή που μας γεννά, μας αναγεννά, μας «πεθαίνει». Και μπορεί να μην έφτασε εκεί που δεν μπορεί, ωστόσο δημιούργησε την κατάλληλη γέφυρα για να περπατήσει κι αν μπορέσει, κάποια στιγμή, να ακουμπήσει το ακίνητο-κινητό σημείο που δεν σταματά να δημιουργεί και να καταστρέφει.

Την ονόμασε «Άλμπα» και είναι ό,τι αποκαλύφθηκε από «Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ» (εκδ. Εκάτη). Η 2η ποιητική συλλογή του Θωμά Τσαλαπάτη έχει φως. Η εκροή φωτός δεν είναι ευφημισμός και χαριστική φιλοφρόνηση. Ο Τσαλαπάτης δεν αποτελεί εξαίρεση απ’ αυτούς που προσπαθούν να δικαιώσουν τον τίτλο του ποιητή. Το δεύτερο βήμα είναι το πιο σημαντικό και η αρχή της αρχής. Ε, με αυτή τη συλλογή κερδίζει το δικαίωμα να συνεχίσει να (μας) μαθαίνει τον κόσμο. Όταν διαβάσεις την «Άλμπα», τότε μπορείς να συνδέσεις την αρχή με το τέλος. Ναι, ο Τσαλαπάτης αφηγείται την ιστορία της Άλμπα και μας υποδέχεται με το εξής απόσπασμα από τις«Αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο: 

Η κάθε πόλη παίρνει σχήμα από την έρημο 

στην οποία αντιστέκεται. 

Η μνήμη είναι ο δρόμος (μας)

Η επιλογή του να ταυτίσει (;) την πόλη Άλμπα με την κοπέλα Άλμπα είναι ο θεμέλιος λίθος για την ανάπτυξη του ποιητικού λόγου. Δεν είναι μόνο το φανταστικό που αξιοποιείται. Είναι η δημιουργία πεδίου για να συναντηθούν παρούσες αλληγορίες, ο αναρχισμός-σουρεαλισμός του Νταλί, ο Τ.Σ Έλιοτ. Ο πίνακας του Ισπανού «Η επιμονή της μνήμης» είναι η φωτογραφία που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει βάλει την κείμενο-λεζάντα ο ποιητής. Όσον αφορά στον Ελιοτ, βλέπεις κάτι από τα «Τέσσερα Κουαρτέτα», ενώ κάπου αντανακλά και το «Solaris» του Α. Ταρκόφσκι.

Στη σελίδα 26 γράφει

Εδώ όλα αναπνέουνε σε παρένθεση.

Και λίγο πιο κάτω

στη γειτονιά αυτή κατοικούνε αποκλειστικά Νίτσε.

Με τον τρόπο αυτό αποτυπώνει τη ροή εκτός γραμμικού συνεχούς και την ενθρόνιση της Φιλοσοφίας στη θέση του ερμηνευτή του Πανδαμάτορος.

Ο Τσαλαπάτης τιμά την «υπογραφή του υπαρξισμού», τη γλώσσα, υποτάσσει τον άνθρωπο στο μεγαλείο του τοπίου και του χρόνου, μας μεταφέρει τον παλμό της ζωής που δεν τελειώνει ποτέ, θυμίζει ότι ο ήχος «κουβαλά» τον χρόνο και κάθε φορά πορευόμαστε χάνοντας και μια λέξη την οποία θα ξαναβρούμε, αφού η μνήμη είναι ο δρόμος που διαβαίνουμε, διαβήκαμε και θα διαβαίνουμε.

Τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια της ιστορίας

Το ανθρώπινο μυαλό είναι – δυστυχώς - ιδιαίτερα εφευρετικό όταν έχει να κάνει με θάνατο, πόλεμο και άσκηση βίας σε άλλους ανθρώπους. Και η πιο αχαλίνωτη φαντασία δε μπορεί να καταφέρει να συλλάβει την διαστροφή που κρύβουν κάποιες από τις πλέον κτηνώδεις μεθόδους βασανιστηρίων που έχει σκεφτεί ο ανθρώπινος νους. Δέκα από αυτές τις μεθόδους παρουσιάζει, μέσω animation ιδιαίτερα «σκοτεινής» τεχνοτροπίας, το κανάλι Top Trending του YouTube. Necklacing: Λάστιχο αυτοκινήτου, βρεγμένα με βενζίνη, γύρω από το θύμα και άναμμά του. The Rack: Μεσαιωνική μέθοδος βασανισμού/ ανακρίσεων, με μια «χροιά» αρχαίας Ελλάδας (θυμηθείτε το κρεβάτι του Προκρούστη): Το θύμα δένεται ανάσκελα και τα μέλη του τραβιούνται μέσω μηχανισμού μέχρι την εξάρθρωσή τους και ακόμα παραπέρα. Rat in a Bucket: Κουβάς με αρουραίους δένεται πάνω στο γυμνό σώμα του θύματος και στη συνέχεια καυτά κάρβουνα τοποθετούνται πάνω του. Οι αρουραίοι προσπαθούν να διαφύγουν, ανοίγοντας δρόμο με νύχια και δόντια μέσα από το σώμα του θύματος. Head Crusher: Το θύμα δένεται με το κεφάλι του να ακουμπά σε σταθερό σημείο και ο βασανιστής συνθλίβει αργά, με ειδικό βαρύ εργαλείο, το κρανίο του. Tucker Telephone: Σύστημα ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα που περιελάμβανε ένα τηλέφωνο. German Chair: Ανάσκελα/ κάθετα πάνω σε μια ανυψωνόμενη μεταλλική καρέκλα, με τα χέρια και τα πόδια δεμένα και την καρέκλα να ανυψώνεται. Flaying: Γδάρσιμο ενώ το θύμα είναι ζωντανό. Διαδικασία που διαρκούσε ημέρες. Impalement: Παλούκωμα. Με τη «σωστή» τεχνική, το θύμα επιζούσε για ημέρες. Brazen Bull: Μπρούντζινος ταύρος. Αρχαιοελληνική «πατέντα», με το θύμα να κλείνεται μέσα σε ένα κούφιο μπρούντζινο άγαλμα, κάτω από το οποίο άναβαν φωτιά. Το θύμα ψηνόταν ζωντανό. Judas Craddle: Οι βασανιστές «κάθιζαν» το θύμα σε ένα πυραμιδοειδές αντικείμενο και το τραβούσαν προς τα κάτω.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Θανάσης Χειμωνάς "Αίτημα φιλίας"



Το μεταίχμιο μεταξύ ρεαλιστικής και εικονικής πραγματικότητας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελέσει, για έναν συγγραφέα με δραστηριότητα σ’ αυτά, προνομιακό πεδίο μυθοπλασίας, όπως καταδεικνύεται στο «Αίτημα φιλίας» του Θανάση Χειμωνά. Το μυθιστόρημα ξεκινά με την είδηση του θανάτου μιας όμορφης νεαρής πρωταθλήτριας του πινγκ πονγκ και συνεχίζεται με τη δραστηριότητα στο Διαδίκτυο και τη συγγραφική δυσπραγία του συγγραφέα Στέφανου, την επικοινωνία με τον αδελφικό του φίλο Βασίλη, τις διαδικτυακές απόπειρες ερωτικής σχέσης, μια ρουτίνα που ανατρέπεται αιφνιδιαστικά, κυριολεκτικά με το πάτημα ενός κουμπιού: με την εκ παραδρομής αποστολή αιτήματος φιλίας στον λογαριασμό της νεκρής στο facebook.
Η απαιτούμενη για την ύπαρξη πλοκής ρήξη της ισορροπίας προκαλείται εδώ με τρόπο που θυμίζει λογοτεχνικά κείμενα του φανταστικού, ήτοι με την παράβαση, συχνά τυχαία, ενός προκαθορισμένου κανόνα. Ο υπολογιστής, σαν αντικείμενο με μαγικές ιδιότητες, γίνεται από απροσεξία ο δίαυλος μετάβασης στον κόσμο του υπερφυσικού, αφού για πρώτη φορά ο ήρωας παραβαίνει τη συνήθεια να τον περιμένει να ξεκολλήσει και «πιέζει με μανία το αριστερό κουμπάκι του ποντικιού» (σελ. 21). Με την αποδοχή του αιτήματος το μυστήριο παρεισφρέει στην πραγματικότητα και η πλοκή ανατρέπεται. Αληθοφανείς ερμηνείες ερωτηματικά διατυπωμένες (κάποιος οικείος διαχειρίζεται τον λογαριασμό της νεκρής, το ραντεβού μαζί της είναι φάρσα, η κοπέλα που συναντάει απλώς της μοιάζει εκπληκτικά;) διατηρούν τα γεγονότα στην επικράτεια του παράξενου. Από την άλλη όμως, ποικίλα συμβάντα διαταράσσουν το ρεαλιστικό πλαίσιο εξοικειώνοντας σταδιακά τον αναγνώστη με το αλλόκοτο: την επέλαση του υπερφυσικού προαναγγέλλει ένα εφιαλτικό όνειρο, συγκροτημένο από μοτίβα (αποκρουστικό κοριτσάκι-νάνος, θεόρατος ναός, μαχαιρωμένη νύφη, ματωμένο νυφικό) που παραπέμπουν σε βιβλία και ταινίες τρόμου –οι συχνές αναφορές στον κινηματογράφο, άλλωστε, διαμορφώνουν δεξιοτεχνικά αυτήν την ατμόσφαιρα· και βέβαια, αναδρομικά ερμηνευμένο το όνειρο αντανακλά μια βαριά ψυχολογική διαταραχή και ένα οικογενειακό βίωμα τραγικό. Εφιάλτες, διαταραγμένος ύπνος, παρελθοντική νοσηλεία ξεδιπλώνουν μια αποκλίνουσα προσωπικότητα, πιο φυσιολογική ωστόσο από τους κοινωνικά και επιστημονικά καταξιωμένους που πιστεύουν συνωμοτικές θεωρίες για την ύπαρξη ερπετόμορφων όντων, ή από την κοπέλα με το ψευδώνυμο «Jesus Wept» που απομονώνει ως παρείσακτο το φυσιολογικό («είναι από χωριό. Απλοί άνθρωποι, λαϊκοί. Δεν έχουν το επίπεδο να κάτσουν μαζί μας. Δεν μπορούν να σταθούν ανάμεσά μας», σελ. 41).

Η επίγνωση της ψυχολογικής διαταραχής συγκρατεί τον ήρωα από την πλήρη υποταγή στον έρωτα για τη νεκρή, παρ’ ότι ο έρωτας υποδαυλίζεται από το γεγονός ότι είναι νεκρή: «Γίνεται να ερωτευτείς μια πεθαμένη; Μια γυναίκα που δε συνάντησες ποτέ; Κι αν όμως αυτή είναι η υπέρτατη μορφή έρωτα; Το πιο δυνατό και απόλυτο συναίσθημα: Να αγαπάς παράφορα μια γυναίκα που δεν είχες και δε θα έχεις ποτέ. Μια γυναίκα που δε γνώρισες καν. Και που δε θα γνωρίσεις ποτέ» (σελ. 45)· η επίγνωση ουσιαστικά απωθεί το υπερφυσικό, διατηρώντας τον ήρωα σε έναν ατελεύτητο δισταγμό. Σ’ αυτόν τον δισταγμό εδράζεται το φανταστικό (Todorov), ενώ η αίσθηση ότι τα γεγονότα δεν είναι παρά μια αντιληπτική πλάνη του ήρωα γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Η αποκάλυψη της ασθένειας [«παρανοειδή(ς) σχιζοφρένεια», σελ. 103], η αναμόχλευση του παιδικού τραύματος από τη θέα των νεκρών γονιών μετά από ένα έγκλημα πάθους και ο οριστικός ψυχιατρικός εγκλεισμός μοιάζουν να κλείνουν τον κύκλο. Η τρέλα –που μοιράζεται με το facebook τη δυνατότητα του εαυτού να συγκροτηθεί ως persona, τη φαινομενική αμεταβλητότητα του προσώπου και τη μετατόπιση στον χώρο και στον χρόνο– υποκινεί το φανταστικό, αλλά η διάγνωσή της το καθιστά παράξενο. Η διασάλευση όμως των χρονικών επιπέδων στο facebook, αποτυπωμένη στις συλλυπητήριες αναρτήσεις, στη «διαγραφή» και στην επανεμφάνισή τους, συντηρεί το φανταστικό.

Γιατί η ορθολογική απόδοση των αλλόκοτων γεγονότων στην ψυχική διαταραχή του ήρωα αποτελεί μια εύλογη αφηγηματική αποκατάσταση, δεν είναι όμως τελεσίδικη. Η μετατόπιση, στις τελευταίες σελίδες, της οπτικής γωνίας στη Μαριαλένα και στον χρόνο αμέσως πριν από τον θάνατό της ανατρέπει την εκδοχή της ψευδαίσθησης. Η αφήγηση εκτοξεύεται έτσι ξανά στη δίνη του δισταγμού, στη ρευστότητα του αβέβαιου και στη γοητευτική απροσδιοριστία του φανταστικού. Η κυκλική δομή του μυθιστορήματος αιχμαλωτίζει τους ήρωες σε ένα αέναο παρόν, σε μια διαρκή συγχρονία, σε έναν ανοιχτό χωροχρόνο όπου τα πάντα συμβαίνουν και ξανασυμβαίνουν.

Ο ανοιχτός χωροχρόνος του facebook, της τρέλας και του απόλυτου έρωτα που υπερβαίνει τη λογική μοιάζει στο μυθιστόρημα να συναρμόζεται με τον ανοιχτό χωροχρόνο της γραφής (δεν είναι τυχαίο ότι ο ήρωας είναι συγγραφέας)· εκεί τα όρια μεταξύ ρεαλιστικής πραγματικότητας και μυθοπλασίας διαχέονται (το «Αίτημα φιλίας», αν και το πιο «υπερφυσικό» μυθιστόρημα του Χειμωνά, περιέχει τις περισσότερες αυτοβιογραφικές αναφορές –για να τις υπονομεύσει)· εκεί γίνεται το ταξίδι στον χρόνο· εκεί το επέκεινα αναμειγνύεται με την πραγματικότητα και, τέλος, εκεί τα πρόσωπα έρχονται στην ύπαρξη και εκεί ζουν εις το διηνεκές.

Δήμητρα Δασκάλου - Χριστοδούλου "Δυο Σμπάροι -Πολλά τρυγόνια"


Το εξαιρετικό βιβλίο της Δήμητρας Δασκάλου -Χριστοδούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Carpe Librum". Με έναν εξαιρετικά έξυπνο τρόπο γραφής, η συγγραφέας αφηγείται μία ιστορία από το τέλος προς την αρχή, η οποία βρίσκεται στη μέση! Μια αστυνομική ιστορία που παρουσιάζεται ως ένα μυστήριο μπλεγμένο στα δίχτυα του χρόνου, ενώ η ΕΛΑΣ λαμβάνει δρακόντεια μέτρα. Η Δήμητρα γεννήθηκε το 1954 στη Νέα Ιωνία και σπούδασε Νομική στη Θεσσαλονίκη. Άλλα έργα της:¨Ανωνύμου εμμετροέπεια" και "Στη δίνη των συμπλεγμάτων"

O Πόρης Καλαντζής οπτικοποιεί ένα ποίημα του Κώστα Τσιαχρή "Το ατύχημα"


Ο   Πόρης  Καλαντζής  είναι  ποιητής   και  κατάγεται  από την  Κύπρο .  Ο  Κώστας  Τσιαχρής  είναι   φιλόλογος  , κριτικός  της  λογοτεχνίας  και  ποιητής 

Γιώργος Μοράρης "Η ΜΕΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ"




Τα   ηλιοκαμένα άνθη  της  νεότητας
διαρκούν  λίγο
κι αυτά  με  τον ανεμοδαρμένο  μίσχο
που η σύντομή τους άνοιξη
κράτησε  λιγότερο

Η μέλισσα  του  Υμηττού
μάζεψε   στα χείλη  τους  τη γύρη
και πήρε  με τον  βόμβο
τον ύστατό  τους  ψίθυρο.
Από το γένος  της  το σμήνος
με τους  φρουρούς  στο κέρινο  στρατόπεδο
και το  μέλι τους  μυρίζει θυμάρι
που διάλεξαν  προσκέφαλο
για τον ιερό τους  ύπνο

Ο  Γιώργος  Μοράρης  είναι  ποιητής  και κατάγεται  από την Κύπρο . Η   συλλογή του "Ροσμαρίνος"  εκδόθηκε  το   2008

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Κώστας Πλιάτσικας "Οι άνθρωποι της ζέστης"


   Τα Καλοκαίρια είχαν πάντα μια άλλη γοητεία μέσα του,οπωσδήποτε ερωτική, οπωσδήποτε νεανική με τα μάτια, τη σάρκα, την ηδονή να κυριαρχούν στα σημεία έναντι όλων των άλλων διεργασιών. 
Εκείνο το Καλοκαίρι ο Ίων ήταν μικρός. Μικρότατος, δεκαέξι ετών. Το μυαλό του φτερούγιζε, το σώμα του κεντούσε, το πρόσωπο του ροδοκοκκίνιζε, αραιά γένια φύτρωναν ακούρευτα σε ένα σπουδαίο πρόσωπο. Περπατούσε μέσα στη ζέστη του Αυγούστου, αρχές μάλιστα που ο ουρανός ήταν καταγάλανος κι ο ήλιος ο μεγαλύτερος βασιλιάς που υπήρξε ποτέ. Περπατούσε σε έναν κόσμο χαμηλό, γεμάτο βάτα, σκόνες, παχυλές γυναίκες, πρωτόγονους άντρες, ακαλλιέργητους. Έτρωγε ότι έβρισκε μπροστά του από βατόμουρα άγριόσυκα, γκόρτσα, άγρια απίδια δηλαδή, και τραγουδούσε από Ντύλαν μέχρι Μητροπάνο δυνατά στο καταμεσήμερο. Η Ντίνα ερχόταν από απέναντι. Κατάξανθη. Στις μεγάλες γάμπες της διαγράφονταν οι φωτεινές ξανθές τρίχες επειδή ο ήλιος είχε μαυρίσει πολύ ωραία το δέρμα της και ήταν πιο όμορφη ακόμα και από το Καλοκαίρι, ακόμα και από το πιο δροσερό νερό της όποιας πηγής. Συνομίληκοι ήταν σχεδόν ή λίγους μήνες μικρότερη του κι όταν συναντήθηκαν στην ανηφόρα του κάμπου, ο Ίων έκοψε το τραγούδι, του κόπηκε η ανάσα που την είδε τόσο κοντά του σαν θεά να τον κοιτάζει- ήταν πράγματι πολύ όμορφη. Βέβαια δεν είπαν τίποτε, εντάξει εκτός από τι κάνεις; Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Λες και ήταν ή υπήρχαν πολλά χρόνια αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι. Δίπλα στην πηγή, κοίταξαν τα φυλλώματα του πλατάνου, κοίταξαν που κα κρυφτούν, χώθηκαν μέσα στο δάσος. Ξάπλωσαν καταμεσήμερο, ο ιδρώτας κυλούσε ανάμεσα στα κορμιά τους αλλά ποιος ενδιαφερόταν τότε για ζέστη; Ποιον ένοιαζε αν είχε σαράντα ή πενήντα βαθμούς; Το αίμα έκαιγε, το μουνί και ο πούτσος αγκαλιάζονταν, όλα τα άλλα είχαν ελάχιστη σημασία. Η Ντίνα ήταν παρθένα, έβγαλε λίγο αίμα, ο Ίων τα ήξερε αυτά, την καθησύχασε, μη φοβάσαι, της είπε. Η Ντίνα δε φοβόταν. Ήταν γυναίκα από τις λίγες. Τραγούδησαν μαζί πολλές φορές, ήταν φοβερή η Ντίνα, ένα μουσούδι ανθρώπινης επικοινωνίας. Η θάλασσα, ο χρόνος, έπαιρναν και έδιναν, η Ντίνα συνέχιζε να είναι όμορφη, χυμώδεις. Χμ, χυμώδεις! Μια λέξη που της ταίριαζε και ο Ίων δεν τις φοβόταν τις λέξεις, η Ντίνα όμως είχε άλλο δρόμο. Μόλις κατάλαβε τι της έκανε ο Ίων, πήγε την άλλη  μέρα και το έκανε με τον Νίκο, με τον Τάκη, με τον Βασίλη. Απλόχερη γυναίκα, ακάβλωτη παρά την ομορφιά της. Ο Ίων τη συνάντησε μια δυο φορές ακόμα, ποτέ δεν της είπε πως την αγαπούσε και τέτοιες τρίχες, ούτε εκείνη. Απλά την τελευταία φορά, πηδήχτηκαν στην αυλή του σπιτιού της παπαδιάς που ήταν κουφή, ξερή και σχεδόν άλαλη. Ο Ίων άγγιζε το μαύρο φόρεμα της παπαδιάς ενώ τον είχε μέσα στην αδιάφορη Ντίνα που ο κόσμος της ήταν άλλος από τον δικό του, το θέμα ήταν πως η Ντίνα, η όμορφη με τις γαλαζωτές τρίχες στη μασχάλη, εκείνο το Καλοκαίρι που οι σκόνες τύλιγαν τον κόσμο, που αν έριχνες μια μπουνιά στον ουρανό θα έλεγες πως θα τον νικήσεις, ήρθε ένα ανόητο τέλος που δε θα το άντεχε κανείς. Η Ντίνα πέθανε. Ο Ίων δεν ήξερε τι να κάνει. Καρδιακή ανεπάρκεια; Είπαν οι γιατροί. Ο Ίων δεν έμαθε ποτέ τίποτα παραπέρα, συνέχισε να ζει σε ένα Καλοκαίρι γεμάτο σκόνες, νεκρές πικροδάφνες και σχίνα να σέρνονται στους χωματόδρομους. Ο Ίων δεν ήξερε τότε ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν νέοι, την ίδια στιγμή που οι άλλοι γεννιούνται, προσπαθούσε όμως να καταλάβει, να δει, γιατί άνθρωποι σαν την Ντίνα πεθαίνουν δεκαέξι χρονών. Δεν έχει σημασία τι πρόλαβαν να δουν;
Τα Καλοκαίρια ήταν η ανίδεη αλλά και η όμορφη πλευρά των ανθρώπων που η ευτυχία τους ήταν κρεμασμένη σε ένα αν, σε ένα γιατί, σε ένα ότι όλα κάποτε θα είναι ωραία, σε ένα πως διάβασα και Καζαντζάκη και Νίτσε, έλεγε μερικές φορές και η Ντίνα των δεκαέξι ετών που πρόλαβε να πηδηχτεί με το Ίων και μερικούς άλλους προτού παραδώσει το εφηβαίο της στον Βούδα, ή στον θεό της, που δεν πίστευε. Εύκολο δεν ήταν τίποτε.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Julianna Barwick NEPENTHE [ Κριτική του Κώστα Τσιαχρή]

    

   Νηπενθής σημαίνει αυτός που έχει απαλλαγεί ή που απαλλάσσει από το πένθος , αυτός που δεν αισθάνεται ή δεν προκαλεί πλέον λύπη . Η ρίζα της λέξης είναι ομηρική .Διαβάζουμε στην Οδύσσεια : αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον, / νηπενθές τ᾽ ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων [ κάποιο βοτάνι επήρε κι έριξε μες στο κρασί που επίναν , ξαρρωστικό του πόνου , ανέχολο , λησμονικό της πίκρας ] . Το επίθετο Νηπενθής προσδιόριζε επίσης το Θεό Απόλλωνα , Θεό της μουσικής και του φωτός . Η λέξη χρησιμοποιήθηκε και στη νεότερη λογοτεχνία , τόσο την ελληνική [ Ο Καρυωτάκης έδωσε στη δεύτερη ποιητική του συλλογή τον τίτλο "Νηπενθή" ] όσο και την Ευρωπαϊκή [Edgar Allan Poe και Γάλλοι συμβολιστές ] .Την ίδια λέξη επιλέγει , και ασφαλώς καθόλου τυχαία , ως τίτλο για την καινούργια της δουλειά μία από τις σημαντικότερες παρουσίες στα δρώμενα της σύγχρονης εναλλακτικής μουσικής μετά το 2010 ,η Julianna Barwick από το Brooklyn της Νέας Υόρκης . Παραπέμποντας στον καθαρτήριο ρόλο της τέχνης , στην κατά Καβάφη ικανότητά της να κάνει έστω και για λίγο να μη νιώθονται οι  εσωτερικές πληγές , η μουσική αυτού του έργου δημιουργήθηκε  με  αφορμή το θάνατο ενός μέλους από την  οικογένεια  της συνθέτριας  .Τα τραγούδια γράφτηκαν , για να ξορκίσουν πρώτα απ' όλα τη λύπη μέσα από τη μνήμη της , για να λειτουργήσουν ως " νάρκης του άλγους δοκιμές" . Το παυσίλυπο ωστόσο έργο τους ,κι αυτό είναι το μυστικό της σπουδαίας τέχνης , διαπερνά  εξίσου   το μυαλό και την ψυχή του ακροατή . Ακούγοντας ξαφνικά αυτά τα εκστατικά Ωσαννά ,παρασύρεται από τη δύναμή τους κι απογειώνεται . Αφήνει από κάτω του φόβους και λύπες , κι ολοένα ανεβαίνει σε κάτι φωτεινό . Σα να βρίσκεται σε μια πορεία ανάβασης έξω από το Πλατωνικό σπήλαιο των ίσκιων προς τη ρίζα του φωτός . Σα να γδύνεται τον ίσκιο που κουβαλά   και να  παραδίδει το σώμα του στις αχτίδες .
       Η Julianna επέλεξε να ηχογραφήσει το Nepenthe στην Ισλανδία ,στη χώρα του πάγου και της φωτιάς , με τα σεληνιακά τοπία και τα δεκάδες ηφαίστεια ,επειδή ακριβώς ήθελε να μεταφέρει στα αυλάκια των τραγουδιών της το σπόρο της άγριας ομορφιάς που κρύβει αυτή η απομακρυσμένη γη . Κι ενώ συνήθιζε να ηχογραφεί τα τραγούδια της στην κρεβατοκάμαρά της ,έχοντας η ίδια την επιμέλεια της παραγωγής , αυτή τη φορά επιλέγει το studio στο οποίο ηχογραφούν οι Sigur Ros και στη θέση του παραγωγού τον Alex Sommers . Στο δίσκο συμμετέχουν το κουαρτέτο εγχόρδων από την Ισλανδία Amiina .o Robert Sturla Reynisson του πειραματικού ηλεκτρονικού συγκροτήματος Mum και μία χορωδία νεαρών κοριτσιών του Ρέικιαβικ , διευρύνοντας με αυτό τον τρόπο τις επιλογές της όσον αφορά την ενορχήστρωση των τραγουδιών ,η οποία βασίζεται κατά κύριο λόγο στα πολλαπλά στρώματα της φωνής της και σε κυκλικά ηχητικά μοτίβα .Είναι λοιπόν επόμενο το στίγμα της ισλανδικής μουσικής παράδοσης των τελευταίων χρόνων να είναι εμφανές στο χτίσιμο του δίσκου .Για παράδειγμα οι θρηνώδεις αρμονίες του "Pyrrhic" και τα φωνητικά που μοιάζουν με εκσπερματώσεις θερμού νερού από τα σπλάχνα της γης παραπέμπουν κατευθείαν στον μαγικό κόσμο των Sigur Ros .
     Ο επισκέπτης αυτής της μουσικής ωστόσο   πρέπει να είναι προετοιμασμένος για μία διαφορετική ηχητική εμπειρία . Εδώ δεν υπάρχουν ρεφρέν , δεν υπάρχουν περάσματα , δεν υπάρχουν τυπικές μελωδίες ,δεν υπάρχουν στίχοι . Υπάρχει μόνο μια ιέρεια , μια γυναίκα -χορωδία που μέσα από το στόμα της σκορπίζει δεκάδες διαφορετικές φωνές ,μια παγανιστική τελετή στην οποία προσφέρεται ως θύμα στο Θεό της μουσικής ο πόνος ,ένα ελιξήριο που γιατρεύει τα φθαρμένα κύτταρα , ένα σύμπαν από ουράνιες μελωδίες στις οποίες υποκλίνονται ευλαβικά τα Χερουβείμ . Η Julianna Barwick δημιουργεί αυτό που θα ονομάζαμε "Φουτουριστική Κλασική Μουσική" και ως υλικά για τούτο το αποτέλεσμα χρησιμοποιεί την ambient , τη folk και τον πειραματισμό . Κι αν το 2011 είχε κεντρίσει την προσοχή μας με το εξαιρετικό "The magic place" ,με το " Nepenthe" έρχεται να εδραιώσει τη φήμη της ως μίας κορυφαίας καλλιτέχνιδας .

[To  Nepenthe κυκλοφορεί  στις  20  Αυγούστου  από την εταιρεία  Dead  Oceans ]
Κώστας  Τσιαχρής


Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

"Αφορισμοί" του Σπύρου Αραβανή

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες το εξαιρετικό βιβλίο του Πολωνού συγγραφέα,Στάνισλαβ Γέρζι Λετς, «Επιλογή από τις Αχτένιστες Σκέψεις», εκδ. Στιγμή, 2004, (μετάφραση Αφροδίτης Κολλάρου) το οποίο περιλαμβάνει αφορισμούς του από το ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφόρησε στη Βαρσοβία το 1955, διαπίστωσα για ακόμα μια φορά οτι η μόνη πρόοδος που έκανε ο άνθρωπος ήταν να μάθει να περπατά στα δύο του πόδια…Θα σταχυολογήσω ορισμένους από τους στοχασμούς του σε μια προσπάθεια σύνδεσής τους με τη σημερινή πολιτικο-κοινωνική επικαιρότητα: 

1. «Την ματιά στον κόσμο μπορεί να την εμποδίσει κανείς με μια εφημερίδα»:
Οι αμέτρητες πηγές πληροφόρησης σήμερα, όχι μόνο αποπροσανατολίζουν κατευθύνοντας, αλλά οδηγούν στην απόλυτη λήθη. Ο Γκαίτε το έθεσε πολύ σωστά: «Γνήσιος σκοταδισμός δεν είναι το να εμποδίζεις να απλωθεί το αληθινό, το ξεκάθαρο, το χρήσιμο, αλλά να θέτεις σε κυκλοφορία το κίβδηλο»… Με αυτό τον στόχο γέμισαν μέχρι πάνω τα ράφια στα περίπτερα στο όνομα της δημοκρατίας…

2. «Συνήθως η οπισθοφυλακή της παλαιάς εμπροσθοφυλακής είναι η εμπροσθοφυλακή της καινούριας οπισθοφυλακής»:
Η σύνθεση της νέας καλοκαιρινής κολεξιόν-κυβέρνησης αποδεικνύει του αφορισμού το αληθές… Δεν είναι μόνο το τραγελαφικό γεγονός οτι μας κυβερνάνε -ως άλλο ρωμαικό όργιο κοινώς «παρτούζα», τα δυο κόμματα που ευθύνονται αποκλειστικά για τη σημερινή κατάσταση, είναι και το οτι έχει καταστρατηγηθεί κάθε ίχνος “αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας'. «Διάφορα αξιώματα» γράφει, επίσης ο Λετς, «είναι σαν τις αρρώστιες: είτε κληρονομικά είτε μεταδοτικά»...Συνεπώς δεν γλυτώνουμε ακόμα και τώρα που έχουμε «τσακάλι» Υπουργό Υγείας…

 3. «Όλα έχουν ήδη ανακαλυφθεί, μονάχα στην περιοχή της χυδαιότητας υπάρχει ακόμα νέο έδαφος»:
Οι πολιτικοί καθημερινά μας εκπλήσσουν με την ευρηματικότητα της χυδαιολογίας τους. Ο Όσκαρ Ουάιλντ επίσης το εξέφρασε εξαιρετικά: «Τα πολιτικά κόμματα είναι οι μόνοι χώροι που μας απέμειναν, όπου οι άνθρωποι δεν συζητούν για πολιτική».. Η χυδαιότητα όμως ρέει παντού με ποικίλες μορφές. Ένα απλοικό παράδειγμα,  η σημερινή ανακοίνωση του Star Channelσχετικά με τις επικείμενες αλλαγές του: «Πάντα με γνώμονα την αντικειμενική ενημέρωση σε όλους τους τομείς ενδιαφέροντος των τηλεθεατών μας, πολιτική, οικονομία, πολιτισμός, αθλητισμός, αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση του ειδησεογραφικού τομέα του Star». Δεν πρόκειται απλώς για θρασύτητα όταν αναφέρονται οι λέξεις: «πάντα», «γνώμονας η αντικειμενική ενημέρωση» και «πολιτισμός» αλλά για χυδαιότητα που την καταπίνουμε αμάσητη. Όπως χυδαία με την επίφαση της «νομιμότητας» είναι και η σημερινή δήλωση του θεατρανθρώπου Δημήτρη Λιγνάδη«Ακραίο αλλά νόμιμο»,  σχετικά με την επιλογή του Σάκη Ρουβά στο ρόλο του Διονύσου-στις «Βάκχες» που θα παρουσιαστούν και στην Επίδαυρο. Και είναι χυδαία γιατί προσπαθεί να επιβάλλει και όχι να υπερασπιστεί την επιλογή του (για την οποία έχει κάθε δικαίωμα). Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό το παράδειγμα και πιο κάτω.

 4. «Όλοι θέλουν το καλό μας. Μην τους αφήσετε να το πάρουν»:
 Οι εθνοσωτήρες έχουν πλέον επαγγελματική ταυτότητα. Διεξάγουν μάλιστα και Συνέδρια Φιλανθρωπίας. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, το 2ο Ετήσιο Διεθνές Συνέδριο για την Κοινωφελή Δράση από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, που διεξήχθη χθες και σήμερα. Από εκεί και η σημερινή χυδαιότητα, που λέγαμε και πριν, του Τζορτζ Σόρος: «Είμαι πολιτικός φιλάνθρωπος».  Όπως και ολόκληρος ο αποψινός ενθοσωτήριος λόγος που εκφώνησε ο Αντώνης Σαμαράς στο συνέδριο της ΝΔ με αποκορύφωμα τη φράση: «Με το ΠΑΣΟΚ θα εξαντλήσουμε την τετραετία για το καλό της πατρίδας». Με το ίδιο ΠΑΣΟΚ το οποίο το κατακεραύνωνε πριν λίγους μήνες…

5. «Η κουλτούρα σήμερα έχει πάει στον λαό. Πότε θα επιστρέψει;»:
Δεν είναι ελιτίστικη άποψη, ούτε αντισοσιαλιστική. Είναι μια καθημερινή διαπίστωση από μια απλή διαδικτυακή και όχι μόνο πλοήγηση. Τα «likeς» και τα «shares», όπως και η gay κοινότητα (η αναφορά εδώ ως γεγονός οχι ως ομοφοβικό ή ρατσιστικό σχόλιο) ανεβοκατεβάζουν «πολιτισμικές κυβερνήσεις». Όλοι γράφουμε για να «αρέσουμε» στον κόσμο. Και όλος ο λαός «γράφει» για να αρέσει μόνο στον εαυτό του… Και αναδεικνύει τους ήρωές του…Επανερχόμαστε στον Λιγνάδη. Τόνισε, σήμερα, στη συνέντευξη Τύπου: «Το πρόσωπο που θα υποδυθεί το Διόνυσο πρέπει να εκπροσωπεί το νέο, το τολμηρό, το ωραίο, αυτό που για τους σημερινούς θεατές μπορεί να γοητεύσει και να οδηγήσει στην κυριαρχία της μουσικής επί του λόγου και της μέθης επί της λογικής»
Το κοινό, λοιπόν, σε ρόλο πρωταγωνιστικό ρόλο. Είτε ως δημιουργός είτε ως κριτήριο ενός έργου…

6. «Ορισμένοι συγγραφείς δίνουν την εντύπωση πως ξεκίνησαν να γράφουν μόνο και μόνο επειδή δεν είχαν τίποτα να πουν»:
Τα μπετοειδή βιβλία των εκδόσεων Ψυχογιός και τα αναρίθμητα ποιητικά ορνιθοσκαλίσματα μάς βομβαρδίζουν ανηλεώς ως ευπώλητα και κοσμοαγάπητα (ο «λαός» που λέγαμε και ανωτέρω…). Δεν είναι όμως τίποτα άλλο από ευκοίλια…Ο Λετς κάπου αλλού το εκφράζει έξοχα: «Στους ανθρώπους αρέσουν, διαπίστωσα, σκέψεις που δεν τους αναγκάζουν να σκέφτονται»… Όσο πιο κοινοτοπη μια δημιουργία, όσο πιο κοντά σε αυτό που και εμείς θα μπορέσαμε να κάνουμε, τόσο πιο μεγάλη επιτυχία έχει. Η τέχνη σήμερα δεν ξεβολεύει. Εκπροσωπεί.

7. «Η αληθινή σάτιρα δεν τραυματίζει-σκοτώνει»:
Οι Λαζοπουλο-Κανάκηδες και οι λοιποί διασκεδαστές νομίζουν οτι εξοντώνουν. Απλώς τραυματίζουν. Προ πάντων την αισθητική της τέχνης που λέγεται σάτιρα. Ο γερο-Αριστοφάνης δεν είναι άλλοθι για τους χοντροειδείς υπαινιγμούς π.χ. του Σταμάτη Κραουνάκη προ τον Άδωνι Γεωργιάδη (ακόμα και αν δεν ήταν δικά του λόγια και προυπήρχαν ως θεατρικό νούμερο εδώ και καιρό) ιδίως όταν ο συνθέτης πέρασε υβριστικές και παραληρηματικές γενεές δεκατέσσερις όποιον τόλμησε να “λοιδορήσει' την Κατερίνα Στανίση και την πασχαλινή διαφήμιση του Jumbo. Ο Γκαίτε, πάλι, τονίζει σοφά: «Πες μου για ποιο πράγμα γελάει ένας λαός, και θα σου πω για ποιο πράγμα είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του..»

8. «Προφητεύω το τέλος του καννιβαλισμού. Ο άνθρωπος αισθάνεται αηδία για τον άνθρωπο». 
Ή  όπως το έλεγε ο Wolf Biermann: «Όχι απλώς τους έχω βαρεθεί. Τους έχω σιχαθεί». Νομίζω πως είμαστε πολύ κοντά…Ίσως η λύσις του κωμικού δράματος.

Για το τέλος ένα χρηστικό ερώτημα-αφορισμός του Λετς που σώζει ζωές αν απαντηθεί με σωστό τρόπο: «Πώς εξασκεί κανείς τη μνήμη για να μάθει να ξεχνάει

Αναδημοσίευση  από το www.poein.gr 

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Διονύσης Γιατράς "Αναγέννηση"


Σαν ένα λουλούδι με κάθε φύλλο διαφορετικό.
Σα μία διαρκή πτώση που κάθε επίπεδο είναι άλλος κόσμος.
Ψάχνοντας τις πόρτες που δεν υπάρχουν τοίχοι να τις συγκρατούν.
Ένα ταξίδι από τον πόνο στην οργή με το φόβο του κενού.
Περιφέρομαι στη γλώσσα να βρω την αλήθεια μου ξεχνώντας πόσο δειλός γίνομαι.
Ξεχνώντας πόσο δειλό με κάνουν οι ίδιες μου οι σκέψεις.
Μία αέναη κίνηση αποφυγής.
Κινήσου, μπορείς να αποφύγεις το νερό της καταιγίδας;
Ένας κόσμος πνίγεται στην επιφάνεια της θάλασσας.
Λίγοι πνιγόμαστε στο βυθό με τα τέρατα.
Εκεί στην επιφάνεια, σιχαμερά πλάσματα πατούν και κτυπούν το ένα πάνω στο άλλο, ουρλιάζοντας, δαγκώνοντας τα πόδια των υπολοίπων και μία τεράστια πυραμίδα από ανθρώπινα κορμιά με βλέμματα απελπισίας αναδύεται.
Πόσο τρόμο να προκαλεί αυτή η εικόνα;
Πόσο πόνο να προκαλεί η συνείδηση ότι αυτό δεν είναι εικόνα;
Ένας ήρωας αχνοφαίνεται στο χνώτο.
Μία θολή μορφή καλοκάγαθου πολεμιστή στη λάμψη του ματιού.
Καθαρή ορμή φυλακίζει το χρόνο και η πυραμίδα καταρρέει.
Επιτέλους! Τώρα που πνίγηκα μπορώ να αναπνεύσω!
Τώρα που πνίγηκα μπορώ να δω τον έξω κόσμο.
Είναι ένα χαμόγελό σου που με ενώνει αρμονικά με τον έξω κόσμο.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Τα 20 καλύτερα άλμπουμς του 2012

This  is  my personal  top20 of  the best  2012  albums 


  1. Swans      The  Seer
  2. Torche     Harmonicraft
  3. Metz          Metz
  4. Michael  Kiwanuka   Home  again
  5. Screaming Females   Ugly
  6. Ariel Pink's haunted  graffiti      Mature themes
  7. Goat       World  music
  8. Sigur   Ros     Valtari
  9. Leonard  Cohen       Old ideas
  10. Julia  Holter   Ekstasis
  11. Lorn    Ask the Dust
  12. Crystal   Castles   III
  13. Deftones    Koi No Yokan
  14. Damien   Jurado   Maraqopa
  15. Bob  Mould      Silver   Age
  16. Japandroids    Celebration Rock
  17. Converge    All we love we leave behind
  18. Baroness      Yellow & Green
  19. Passion  Pit     Gossamer
  20. Grimes    Visions 

Metz Wet Blanket

Here 's  a great  new  group  from  Portland called  Metz . Reminds me of the heavy Sub Pop sound but in a more punk way . Their  album "Metz"  is  a strong proof of what  can Rock  do  again if   there are bands  playing like that .One  of my favourite  works  of 2012 . 

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Μαρία Τσιράκου ¨Ενοικιάζεται"



Ενοικιάζεται
ένα μέτρο και εβδομήντα δύο εκατοστά
Σώμα.
Απόπειρες συνουσίας, πολλές.
Απόπειρες έρωτα, μετρημένες.
Απόπειρες αυτοκτονίας, μια.
Σε περίοδο κρίσης ενοικιάζεται,
έφτασε πια τη μέση ηλικία
με μόνη κατάχρηση αυτή
των αισθήσεων, κυρίως, της όρασης.
Ενοικιάζεται. Δεν πωλείται,
αφού η κάτοχός του επιστρέφει, κάθε που
ο άνθρωπος νυχτώνει δίχως φως.



Πληροφορίες εντός.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Alen Ginsberg Howl





I saw the best minds of my generation destroyed by madness, starving hysterical naked,

dragging themselves through the negro streets at dawn looking for an angry fix,

angelheaded hipsters burning for the ancient heavenly connection to the starry dynamo in the machinery of night,

who poverty and tatters and hollow-eyed and high sat up smoking in the supernatural darkness of cold-water flats floating across the tops of cities contemplating jazz,

who bared their brains to Heaven under the El and saw Mohammedan angels staggering on tenement roofs illuminated,

who passed through universities with radiant eyes hallucinating Arkansas and Blake-light tragedy among the scholars of war,

who were expelled from the academies for crazy & publishing obscene odes on the windows of the skull,

who cowered in unshaven rooms in underwear, burning their money in wastebaskets and listening to the Terror through the wall,

who got busted in their pubic beards returning through Laredo with a belt of marijuana for New York,

who ate fire in paint hotels or drank turpentine in Paradise Alley, death, or purgatoried their torsos night after night

with dreams, with drugs, with waking nightmares, alcohol and cock and endless balls,

incomparable blind streets of shuddering cloud and lightning in the mind leaping towards poles of Canada & Paterson, illuminating all the motionless world of Time between,

Peyote solidities of halls, backyard green tree cemetery dawns, wine drunkenness over the rooftops, storefront boroughs of teahead joyride neon blinking traffic light, sun and moon and tree vibrations in the roaring winter dusks of Brooklyn, ashcan rantings and kind king light of mind,

who chained themselves to subways for the endless ride from Battery to holy Bronx on benzedrine until the noise of wheels and children brought them down shuddering mouth-wracked and battered bleak of brain all drained of brilliance in the drear light of Zoo,

who sank all night in submarine light of Bickford's floated out and sat through the stale beer afternoon in desolate Fugazzi's, listening to the crack of doom on the hydrogen jukebox,

who talked continuously seventy hours from park to pad to bar to Bellevue to museum to the Brooklyn Bridge,

a lost batallion of platonic conversationalists jumping down the stoops off fire escapes off windowsills off Empire State out of the moon

yacketayakking screaming vomiting whispering facts and memories and anecdotes and eyeball kicks and shocks of hospitals and jails and wars,

whole intellects disgorged in total recall for seven days and nights with brilliant eyes, meat for the Synagogue cast on the pavement,

who vanished into nowhere Zen New Jersey leaving a trail of ambiguous picture postcards of Atlantic City Hall,

suffering Eastern sweats and Tangerian bone-grindings and migraines of China under junk-withdrawal in Newark's bleak furnished room,

who wandered around and around at midnight in the railway yard wondering where to go, and went, leaving no broken hearts,

who lit cigarettes in boxcars boxcars boxcars racketing through snow toward lonesome farms in grandfather night,

who studied Plotinus Poe St John of the Cross telepathy and bop kabbalah because the universe instinctively vibrated at their feet in Kansas,

who loned it through the streets of Idaho seeking visionary indian angels who were visionary indian angels,

who thought they were only mad when Baltimore gleamed in supernatural ecstasy,

who jumped in limousines with the Chinaman of Oklahoma on the impulse of winter midnight streetlight smalltown rain,

who lounged hungry and lonesome through Houston seeking jazz or sex or soup, and followed the brilliant Spaniard to converse about America and Eternity, a hopeless task, and so took ship to Africa,

who disappeared into the volcanoes of Mexico leaving nothing behind but the shadow of dungarees and the larva and ash of poetry scattered in fireplace Chicago,

who reappeared on the West Coast investigating the FBI in beards and shorts with big pacifist eyes sexy in their dark skin passing out incomprehensible leaflets,

who burned cigarette holes in their arms protesting the narcotic tobacco haze of Capitalism, who distributed Supercommunist pamphlets in Union Square weeping and undressing while the sirens of Los Alamos wailed them down, and wailed down Wall, and the Staten Island ferry also wailed,

who broke down crying in white gymnasiums naked and trembling before the machinery of other skeletons,

who bit detectives in the neck and shrieked with delight in policecars for committing no crime but their own wild cooking pederasty and intoxication,

who howled on their knees in the subway and were dragged off the roof waving genitals and manuscripts,

who let themselves be fucked in the ass by saintly motorcyclists, and screamed with joy,

who blew and were blown by those human seraphim, the sailors, caresses of Atlantic and Caribbean love,

who balled in the morning in the evenings in rosegardens and the grass of public parks and cemeteries scattering their semen freely to whomever come who may, 

who hiccuped endlessly trying to giggle but wound up with a sob behind a partition in a Turkish Bath when the blond & naked angel came to pierce them with a sword,

who lost their loveboys to the three old shrews of fate the one eyed shrew of the heterosexual dollar the one eyed shrew that winks out of the womb and the one eyed shrew that does nothing but sit on her ass and snip the intellectual golden threads of the craftsman's loom,

who copulated ecstatic and insatiate and fell off the bed, and continued along the floor and down the hall and ended fainting on the wall with a vision of ultimate cunt and come eluding the last gyzym of consciousness,

who sweetened the snatches of a million girls trembling in the sunset, and were red eyed in the morning but were prepared to sweeten the snatch of the sunrise, flashing buttocks under barns and naked in the lake,

who went out whoring through Colorado in myriad stolen night-cars, N.C., secret hero of these poems, cocksman and Adonis of Denver—joy to the memory of his innumerable lays of girls in empty lots & diner backyards, moviehouses' rickety rows, on mountaintops in caves or with gaunt waitresses in familiar roadside lonely petticoat upliftings & especially secret gas-station solipsisms of johns, & hometown alleys too,

who faded out in vast sordid movies, were shifted in dreams, woke on a sudden Manhattan, and picked themselves up out of basements hungover with heartless Tokay and horrors of Third Avenue iron dreams & stumbled to unemployment offices,

who walked all night with their shoes full of blood on the snowbank docks waiting for a door in the East River to open full of steamheat and opium,

who created great suicidal dramas on the appartment cliff-banks of the Hudson under the wartime blue floodlight of the moon & their heads shall be crowned with laurel in oblivion,

who ate the lamb stew of the imagination or digested the crab at the muddy bottom of the rivers of the Bowery,

who wept at the romance of the streets with their pushcarts full of onions and bad music,

who sat in boxes breathing in the darkness under the bridge, and rose up to build harpsichords in their lofts, who coughed on the sixth floor of Harlem crowned with flame under the tubercular sky surrounded by orange crates of theology,

who scribbled all night rocking and rolling over lofty incantations which in the yellow morning were stanzas of gibberish,

who cooked rotten animals lung heart feet tail borsht & tortillas dreaming of the pure vegetable kingdom,

who plunged themselves under meat trucks looking for an egg,

who threw their watches off the roof to cast their ballot for an Eternity outside of Time, & alarm clocks fell on their heads every day for the next decade,

who cut their wrists three times successively unsuccessfully, gave up and were forced to open antique stores where they thought they were growing old and cried,

who were burned alive in their innocent flannel suits on Madison Avenue amid blasts of leaden verse & the tanked-up clatter of the iron regiments of fashion & the nitroglycerine shrieks of the fairies of advertising & the mustard gas of sinister intelligent editors, or were run down by the drunken taxicabs of Absolute Reality,

who jumped off the Brooklyn Bridge this actually happened and walked away unknown and forgotten into the ghostly daze of Chinatown soup alleyways & firetrucks, not even one free beer,

who sang out of their windows in despair, fell out of the subway window, jumped in the filthy Passaic, leaped on negroes, cried all over the street, danced on broken wineglasses barefoot smashed phonograph records of nostalgic European 1930s German jazz finished the whiskey and threw up groaning into the bloody toilet, moans in their ears and the blast of colossal steamwhistles,

who barreled down the highways of the past journeying to each other's hotrod-Golgotha jail-solitude watch Birmingham jazz incarnation,

who drove crosscountry seventytwo hours to find out if I had a vision or you had a vision or he had a vision to find out Eternity,

who journeyed to Denver, who died in Denver, who came back to Denver & waited in vain, who watched over Denver & brooded & loned in Denver and finally went away to find out the Time, & now Denver is lonesome for her heroes,

who fell on their knees in hopeless cathedrals praying for each other's salvation and light and breasts, until the soul illuminated its hair for a second,

who crashed through their minds in jail waiting for impossible criminals with golden heads and the charm of reality in their hearts who sang sweet blues to Alcatraz,

who retired to Mexico to cultivate a habit, or Rocky Mount to tender Buddha or Tangiers to boys or Southern Pacific to the black locomotive or Harvard to Narcissus to Woodlawn to the daisychain or grave,

who demanded sanity trials accusing the radio of hypnotism & were left with their insanity & their hands & a hung jury,

who threw potato salad at CCNY lecturerson Dadaism and subsequently presented themselves on the granite steps of the madhouse with the shaven heads and harlequin speech of suicide, demanding instantaneous lobotomy,

and who were given instead the concrete void of insulin Metrazol electricity hydrotherapy psychotherapy occupational therapy pingpong & amnesia,

who in humorless protest overturned only one symbolic pingpong table, resting briefly in catatonia,

returning years later truly bald except for a wig of blood, and tears and fingers, to the visible madman doom of the wards of the madtowns of the East,

Pilgrim State's Rockland's and Greystone's foetid halls, bickering with the echoes of the soul, rocking and rolling in the midnight solitude-bench dolmen-realms of love, dream of life a nightmare, bodies turned to stone as heavy as the moon,

with mother finally *****, and the last fantastic book flung out of the tenement window, and the last door closed at 4 A.M. and the last telephone slammed at the wall in reply and the last furnished room emptied down to the last piece of mental furniture, a yellow paper rose twisted on a wire hanger on the closet, and even that imaginary, nothing but a hopeful little bit of hallucination—

ah, Carl, while you are not safe I am not safe, and now you're really in the total animal soup of time—

and who therefore ran through the icy streets obsessed with a sudden flash of the alchemy of the use of the ellipse the catalog the meter & the vibrating plane,

who dreamt and made incarnate gaps in Time & Space through images juxtaposed, and trapped the archangel of the soulbetween 2 visual images and joined the elemental verbs and set the noun and dash of consciousness together jumping with sensation of Pater Omnipotens Aeterna Deus

to recreate the syntax and measure of poor human prose and stand before you speechless and intelligent and shaking with shame, rejected yet confessing out the soul to conform to the rhythm of thought in his naked and endless head,

the madman bum and angel beat in Time, unknown, yet putting down here what might be left to say in time come after death,

and rose incarnate in the ghostly clothes of jazz in the goldhorn shadow of the band and blew the suffering of America's naked mind for love into an eli eli lamma lamma sabacthani saxophone cry that shivered the cities down to the last radio

with the absolute heart of the poem butchered out of their own bodies good to eat a thousand years.


II

What sphinx of cement and aluminium bashed open their skulls and ate up their brains and imagination?

Moloch! Solitude! Filth! Ugliness! Ashcans and unobtainable dollars! Children screaming under the stairways! Boys sobbing in armies! Old men weeping in the parks!

Moloch! Moloch! Nightmare of Moloch! Moloch the loveless! Mental Moloch! Moloch the heavy judger of men!

Moloch the incomprehensible prison! Moloch the crossbone soulless jailhouse and Congress of sorrows! Moloch whose buildings are judgement! Moloch the vast stone of war! Moloch the stunned governments!

Moloch whose mind is pure machinery! Moloch whose blood is running money! Moloch whose fingers are ten armies! Moloch whose breast is a cannibal dynamo! Moloch whose ear is a smoking tomb!

Moloch whose eyes are a thousand blind windows! Moloch whose skyscrapers stand in the long streets like endless Jehovas! Moloch whose factories dream and choke in the fog! Moloch whose smokestacks and antennae crown the cities!

Moloch whose love is endless oil and stone! Moloch whose soul is electricity and banks! Moloch whose poverty is the specter of genius! Moloch whose fate is a cloud of sexless hydrogen! Moloch whose name is the Mind!

Moloch in whom I sit lonely! Moloch in whom I dream angels! Crazy in Moloch! Cocksucker in Moloch! Lacklove and manless in Moloch!

Moloch who entered my soul early! Moloch in whom I am a consciousness without a body! Moloch who frightened me out of my natural ecstasy! Moloch whom I abandon! Wake up in Moloch! Light streaming out of the sky!

Moloch! Moloch! Robot apartments! invisable suburbs! skeleton treasuries! blind capitals! demonic industries! spectral nations! invincible madhouses! granite cocks! monstrous bombs!

They broke their backs lifting Moloch to Heaven! Pavements, trees, radios, tons! lifting the city to Heaven which exists and is everywhere about us!

Visions! omens! hallucinations! miracles! ecstacies! gone down the American river!

Dreams! adorations! illuminations! religions! the whole boatload of sensitive bullshit!

Breakthroughs! over the river! flips and crucifixions! gone down the flood! Highs! Epiphanies! Despairs! Ten years' animal screams and suicides! Minds! New loves! Mad generation! down on the rocks of Time!

Real holy laughter in the river! They saw it all! the wild eyes! the holy yells! They bade farewell! They jumped off the roof! to solitude! waving! carrying flowers! Down to the river! into the street!


III

Carl Solomon! I'm with you in Rockland

         where you're madder than I am

I'm with you in Rockland

         where you must feel strange

I'm with you in Rockland

         where you imitate the shade of my mother

I'm with you in Rockland

         where you've murdered your twelve secretaries

I'm with you in Rockland

         where you laugh at this invisible humour

I'm with you in Rockland

         where we are great writers on the same dreadful typewriter

I'm with you in Rockland 

         where your condition has become serious and is reported on the radio

I'm with you in Rockland 

         where the faculties of the skull no longer admit the worms of the senses

I'm with you in Rockland 

         where you drink the tea of the breasts of the spinsters of Utica

I'm with you in Rockland 

         where you pun on the bodies of your nurses the harpies of the Bronx

I'm with you in Rockland 

         where you scream in a straightjacket that you're losing the game of actual pingpong of the abyss

I'm with you in Rockland 

         where you bang on the catatonic piano the soul is innocent and immortal it should never die ungodly in an armed madhouse

I'm with you in Rockland 

         where fifty more shocks will never return your soul to its body again from its pilgrimage to a cross in the void

I'm with you in Rockland 

         where you accuse your doctors of insanity and plot the Hebrew socialist revolution against the fascist national Golgotha

I'm with you in Rockland 

         where you will split the heavens of Long Island and resurrect your living human Jesus from the superhuman tomb

I'm with you in Rockland 

         where there are twentyfive thousand mad comrades all together singing the final stanzas of the Internationale

I'm with you in Rockland 

         where we hug and kiss the United States under our bedsheets the United States that coughs all night and won't let us sleep

I'm with you in Rockland 

         where we wake up electrified out of the coma by our own souls' airplanes roaring over the roof they've come to drop angelic bombs the hospital illuminates itself   imaginary walls collapse   O skinny legions run outside   O starry-spangled shock of mercy the eternal war is here   O victory forget your underwear we're free

I'm with you in Rockland 

         in my dreams you walk dripping from a sea-journey on the highway across America in tears to the door of my cottage in the Western night